Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20 Ιουλίου 2011

Φασιστικές διδαχές περί αναρχίας στο νέο βιβλίο «Πολιτική και Δίκαιο» της Β΄ Λυκείου

αναδημοσίευση απο τον Άπατρι της Πάτρας


Πήρα στα χέρια μου να ξεφυλλίσω το νέο βιβλίο «Πολιτική και Δίκαιο» του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, που απευθύνεται στα παιδιά της Β΄ Λυκείου. Κι εκεί, στη σελίδα 39 του 4ου κεφαλαίου, όπου υποτίθεται ότι οι εντεταλμένοι από το αστικό μας κράτος καθηγητές-συγγραφείς αναπτύσσουν το θέμα «Μορφές πολιτευμάτων», διάβασα τα ακόλουθα περί αναρχίας:
«…Η μοναρχία, με την πρωταρχική της σημασία, είναι το καθεστώς εκείνο στο οποίο ο ένας αποφασίζει για τους υπόλοιπους· η ολιγαρχία, όταν αποφασίζουν οι λίγοι, οι πιο πλούσιοι. Κι όταν δεν αποφασίζει κανείς, γιατί οι άνθρωποι έχουν απορρίψει κάθε συλλογική πειθαρχία, τότε μιλάμε για αναρχία.
― Τέλος οι αρχηγοί, τέλος οι ιεραρχίες, τέλος οι καταναγκασμοί. Η ευτυχία δηλαδή!
— Ναι, στα χαρτιά. Στη ζωή, η αναρχία οδηγεί στο δεσποτισμό, ο οποίος δεν είναι τίποτε άλλο από μοναρχία χωρίς νόμο…» [Υπογράμμιση δική μου.]
Αυτός ο διάλογος είναι παρμένος από το βιβλίο του Ρεζίς Ντεμπρέ, Εξηγώντας τη Δημοκρατία στην κόρη μου, (Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000), όπως έχουν την αστική καλοσύνη να μας πληροφορήσουν οι δημοκρατικοί δάσκαλοι-συγγραφείς του βιβλίου. Έτσι είναι το τίμιο! Όταν επικαλείσαι κάτι που το είπε κάποιος άλλος, πρέπει να αναφέρεις την πηγή. Γι’ αυτό οι δυο τίμιοι συγγραφείς του σχολικού εγχειριδίου Καλλιόπη Παπακωνσταντίνου, διδάκτωρ Νομικής, και Λεωνίδας Κατσίρας,… L.L.M., ανέγραψαν αμέσως το όνομα του πάλαι ποτέ επαναστάτη και νυν συμβούλου αστικών κυβερνήσεων Ρεζίς Ντεμπρέ, από τον οποίο δανείστηκαν την παραπάνω λάσπη. Οπότε οι ίδιοι δε… λέρωσαν τα χέρια τους. Μόνο τα χρήματα εισέπραξαν για τον κόπο τους. Όπως ακριβώς συνέβη και με την ομάδα των «Κριτών-Αξιολογητών» του βιβλίου, δηλαδή τους Παναγιώτη Γρηγορίου, Αναπληρωτή Καθηγητή Πανεπιστημίου Αιγαίου, Δημήτρη Χρυσοχόου, Αναπληρωτή Καθηγητή Πανεπιστημίου Κρήτης, Αγγελική Ηλιοπούλου,… M.Sc.(Ed.), M.Sc.(Soc.Psych.), Ασπασία Οικονόμου,… M.Ed.Psych., και Στέλλα Σωτηρίου,… M.Sc. Η όλη «εποπτεία» και ο «συντονισμός» ανήκε στον Παύλο Μαράντο, Σύμβουλο Νομικών-Πολιτικών Επιστημών στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.
Δε θέλω ν’ ασχοληθώ με τον Ρεζίς Ντεμπρέ και με τη «δημοκρατία» που διδάσκει στην κόρη του συκοφαντώντας φασιστικά την αναρχία. Με τους… δικούς μας, όμως, αλλάζει το ζήτημα. Γιατί αυτοί, όπως υποστηρίζουν στον «πρόλογο» (σελ.7) του βιβλίου, ανέλαβαν να το γράψουν «υποκινούμενοι από αγάπη για την εκπαίδευση». Προσθέτοντας ότι «Πεποίθησή» τους «είναι ότι η παιδεία αποτελεί το κλειδί για την καλλιέργεια αισθήματος δικαιοσύνης και πολιτικής υπευθυνότητας». Και, μάλιστα, κλείνουν τον πρόλογό τους «με την ευχή, ως πολίτες του αύριο [οι μαθητές και οι μαθήτριες], «να δημιουργήσουν μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία». [Οι υπογραμμίσεις δικές μου.]
Αν είχαν έστω και μια στάλα δημοκρατικής τσίπας και «αισθήματος δικαιοσύνης και πολιτικής υπευθυνότητας», δε θα συκοφαντούσαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, και μάλιστα με τέτοιο ύπουλο και φασιστικό τρόπο. Η όποια επιστημονική τους «εντιμότητα» θα απαιτούσε να ανατρέξουν στην αναρχική θεωρία (Μπακούνιν, Κροπότκιν, Μαλατέστα, Προυντόν κλπ.) και στην ιστορία των αναρχικών (από την Παρισινή Κομμούνα ως τον επαναστατικό τους αγώνα στις άλλες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου –Ρωσία, Ισπανία, Αμερική…), για να απαντήσουν στο ερώτημα «τι είναι η αναρχία» στη θεωρία και στην πράξη… Φυσικά, τα γνώριζαν όλα αυτά, με τόσους τίτλους που διαθέτουν. Όπως τα γνώριζε κι ο Ρεζίς Ντεμπρέ, όταν προτιμούσε να στραβώσει την κόρη του. Το να συμφωνήσει κανένας με την αναρχία δεν είναι υποχρεωτικό. Το να την συκοφαντεί έτσι ασύστολα είναι πολιτικό έγκλημα φασιστικού τύπου. Θυμίζει εκείνους τους φασίστες που τρομοκρατούσαν τους χωριάτες λέγοντας πως ο κομμουνισμός θα τους πάρει την… κατσίκα. Τώρα οι εκσυγχρονισμένοι αυλικοί της Εξουσίας ταυτίζουν την αναρχία με την… απόλυτη μοναρχία, για να τρομοκρατήσουν τα παιδιά.
Τόση ποταπότητα! Αλλά πού να βρουν την τσίπα οι κολαούζοι διανοούμενοι του συστήματος!

7 Ιουλίου 2011

Ουτοπία και πραγματικότητα Τόμας Μουρ

Στις 6 Ιουλίου 1535, εκτελέστηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, ο Άγγλος συγγραφέας, πολιτικός και διανοητής, Τόμας Μουρ, δημιουργός του όρου «Ουτοπία». Γιος του δικαστή σερ Τζον Μορ, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1478 στο Λονδίνο. Σπούδασε Λατινικά και Λογική στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ενώ το 1494 επέστρεψε στο Λονδίνο για να διδαχτεί από τον πατέρα του τη νομική επιστήμη, ωστόσο, σύντομα την εγκατέλειψε για να γίνει μοναχός. Παρά το γεγονός ότι αρχικά εντάχθηκε στο τάγμα των Φραγκισκανών, υπερίσχυσε μέσα η αίσθηση του καθήκοντος να υπηρετήσει τη χώρα του και αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική.
 Η διαφωνία του με τη στάση του Ερρίκου έναντι της Εκκλησίας, τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τα αξιώματα του. Τον Ιούνιο του 1533 αρνήθηκε να παραβρεθεί στη στέψη της Άννας Μπολέιν, γεγονός που εξόργισε τον βασιλιά. Την επόμενη χρονιά κλήθηκε ενώπιον επιτροπής να ορκιστεί πίστη και υποταγή στο βασιλικό ζεύγος. Αναγνώρισε τη Μπολέιν σα βασίλισσα αλλά αρνήθηκε να πάρει τον όρκο καθώς διαφωνούσε με την αποκήρυξη του Πάπα και την ανακήρυξη του Ερρίκου ως επικεφαλής της Εκκλησίας της Αγγλίας. Πέντε ημέρες αργότερα φυλακίστηκε και την 1η Ιουλίου του 1535 οδηγήθηκε σε δίκη. Κρίθηκε ένοχος για εσχάτη προδοσία και αποκεφαλίστηκε στις 6 Ιουλίου. Το 1886 οσιοποιήθηκε από την Καθολική Εκκλησία και το 1935 ανακηρύχθηκε Άγιος από τον Πάπα Πίο ΧΙ.

Παράλληλα με την πολιτική του καριέρα, ασχολήθηκε και με τη συγγραφή, με την «Ουτοπία» (1515) να αποτελεί το πιο γνωστό από τα έργα του. Ο τίτλος του βιβλίου υπήρξε λογοπαίγνιο του ίδιου που σημαίνει έναν τόπο που δεν υπάρχει. Στην «Ουτοπία» του Μουρ αντιπαραβάλει την εριστική κοινωνική ζωή των χριστιανο-ευρωπαϊκών κρατών με την τέλεια δομημένη κοινωνία ενός φανταστικού μη χριστιανικού νησιού. Μία κοινωνία που υπάρχει με γνώμονα την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, χωρίς ατομική ιδιοκτησία και χωρίς ανθρώπινη εκμετάλλευση. Από πολλούς μελετητές θεωρήθηκε ότι το κομουνιστικό κράτος του Καρλ Μαρξ μοιάζει με την Ουτοπία του Τόμας Μουρ.

Το «φλερτ» της Ουτοπίας του Μουρ με την πραγματικότητα εξετάζει στην ανάλυσή του στο «Βήμα», καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, Θεόδωρος Παπαγγελής:


Το «φλερτ» ουτοπίας και πραγματικότητας

«Η αναζήτηση της ιδεώδους κοινωνίας και της άριστης πολιτείας είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα εδάφια στο εγκόλπιο του πολιτικού και φιλοσοφικού στοχασμού της Δύσης. Η Ανατολή διέπρεψε σε ατομικές διαδρομές που τερματίζουν στα εστιακά βάθη του στοχαστικού «νιρβάνα», επέκεινα ζωής και θανάτου· η Δύση δεν ξέχασε όσους προτίμησαν την ιδιωτική οδό προς την ευτυχία, αλλά δεν έπαυσε ποτέ να μηχανεύεται και να οραματίζεται τα «καλά και συμφέροντα» για λογαριασμό ολόκληρης της κοινότητας ­ από την ομηρική πολιτεία των Φαιάκων και τις αρχιτεκτονικές κατόψεις της πλατωνικής πολιτείας μέχρι τις τοπικές ή διεθνιστικές «κομμούνες» του νεότερου παρελθόντος και τον Μαρξ ­ ακόμη και τον Φουκουγιάμα που μόλις χθες τοιχοκόλλησε το κηδειόχαρτο της ιστορίας και των προβλημάτων της με τη μουσική υπόκρουση της pax Americana. Φυσικά, και ως γνωστόν, η ιδανική κοινωνία αναζητείται ακόμη· είναι εξίσου γνωστό ότι οι αμετάπειστοι πραγματιστές χαρακτηρίζουν αυτήν την αναζήτηση «ουτοπία».

Ο όρος είναι ελληνικής προέλευσης («ου τόπος», δηλ. χώρα ανύπαρκτη) αλλά αγγλικής κατασκευής και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του περίπου εδώ και πεντακόσια χρόνια στον τίτλο ενός από τα πιο διάσημα γραπτά της Αναγέννησης, την «Ουτοπία» του Τόμας Μουρ, ο οποίος γεννήθηκε το 1478, ήταν ουμανιστής, κλασικός φιλόλογος, πολιτικός, σύμβουλος του Ερρίκου Η' της Αγγλίας και, μετά τον μαρτυρικό του θάνατο υπέρ Πάπα και Βατικανού, άγιος της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Το γοητευτικό, όσο και αινιγματικό, αυτό έργο, γραμμένο στα λατινικά (με τον πλήρη τίτλο: «Περί της αρίστης Πολιτείας και της νέας νήσου Ουτοπίας») και πρωτοδημοσιευμένο το 1516, παραμένει, όσο ξέρω, αμετάφραστο στα ελληνικά μέχρι σήμερα. Αγνωστη είναι και η πολυκύμαντη ιστορία της ερμηνείας του. Γνωστό είναι μόνο ότι τα «ουτοπία» και «ουτοπικός» κάνουν τώρα τελευταία πολλούς να υποκύπτουν στη γοητεία της ακυρολεξίας. Οι αναγνώστες του «Βήματος» της 16.4.2000 θα ξέρουν ήδη ότι στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού εδώ και μερικές μέρες μια έξοχη έκθεση συγκεντρώνει τα γραπτά, χαρτογραφικά και εικαστικά τεκμήρια πέντε αιώνων «ουτοπικής» αναζήτησης.

Η «Ουτοπία» του Μουρ ενσωματώνει θεμελιακά ηθικά αξιώματα της φιλοσοφίας των στωικών και των επικουρείων, αλλά ανήκει κυρίως στη μεγάλη παράδοση της φιλοσοφικής και πολιτικής σκέψης που μας έδωσε την «Πολιτεία» και τους «Νόμους» του Πλάτωνα, τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, καθώς και ανάλογες πραγματείες από τον Πλούταρχο και τον Ρωμαίο Κικέρωνα. Μια κρίσιμη διαφορά είναι ότι ενώ αυτά τα έργα εκμαιεύουν την τελική συνταγή της άριστης πολιτείας συλλογιστικά ή με τη μέθοδο της διαλεκτικής, η «Ουτοπία» προκρίνει τον τρόπο της ταξιδιωτικής μυθοπλασίας, και η χαρτογράφηση της νήσου των «Utopienses» ολοκληρώνεται μέσα στα όρια της αφήγησης ενός και μοναδικού χαρακτήρα, του Hythloday. Ο αφηγητής μιλάει για ένα νησί χωρίς ακριβείς γεωγραφικές συντεταγμένες αλλά όχι μακριά από την Ευρώπη, όπου ακμάζουν 54 καλά ρυμοτομημένες και ομοιόμορφες πόλεις.

Οι κάτοικοι, καθένας ανάλογα με τις δεξιότητές του, ασκούν ένα ευρύ φάσμα επιτηδευμάτων για τα οποία έχουν λάβει επιμελή εκπαίδευση· τηρούν δρακόντειους κώδικες ιδιωτικής και δημόσιας ηθικής· ευημερούν χωρίς περιττές πολυτέλειες· δεν διαθέτουν ιδιωτική περιουσία· μεριμνούν για τη δίκαιη κατανομή των αγαθών· ευφραίνονται σε συλλογικά δείπνα μετά μουσικής· εμφορούνται από πνεύμα συμμετοχής στα κοινά· απολαμβάνουν ένα άρτιο σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης όπου κάθε μαθητής, εκτός από τα μαθηματικά, τη διαλεκτική και τη μουσική, κάνει πρώιμη και συστηματική γνωριμία με τη λογοτεχνία· είναι εξαιρετικά δεκτικοί στην ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία (ο αφηγητής διευκρινίζει ότι η απώτερη καταγωγή των κατοίκων της Ουτοπίας είναι ελληνική, πράγμα που εξηγεί τα ελληνικά γλωσσικά στοιχεία στα τοπωνύμια και στην πολιτική τους ορολογία· εξάλλου τα ελληνικά ευπώλητα στη χώρα της Ουτοπίας περιλαμβάνουν Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Λουκιανό, Ομηρο, Αριστοφάνη, Ευριπίδη, Θουκυδίδη)· ασκούν τέχνες και γράμματα· δεν γνωρίζουν ιδεολογικές και θρησκευτικές μισαλλοδοξίες· είναι ριζοσπαστικά ανεξίθρησκοι· απολαμβάνουν ένα καλά οργανωμένο και κατανεμημένο εθνικό σύστημα υγείας· έχουν μια λιτή, αλλά απαρέγκλιτα εφαρμοζόμενη, νομοθεσία και θεωρούν ως εκ τούτου περιττούς τους νομικούς· επιτρέπουν την ευθανασία και πολεμούν μόνο όταν αντιμετωπίζουν εξωτερική πρόκληση. Θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλα, όμως αυτά ήδη φτάνουν και περισσεύουν για όσους δεν αντέχουν και πολλή ουτοπία.

Εύκολα μπορεί να γοητευθεί, αν όχι ακριβώς να προσηλυτιστεί, κανείς από αυτή την Ενωση Ουτοπικών Σοσιαλιστικών Πολιτειών. Και πολλοί γοητεύθηκαν ­ χωρίς πάντα να αναρωτηθούν αν ο ίδιος ο Τόμας Μουρ σκαρίφησε την ιδεώδη κοινωνία του εν πλήρει σοβαρότητι ή με ισχυρή πρόσμειξη ειρωνικής δυσπιστίας. Και υπάρχουν ευδιάκριτες ενδείξεις για τη δεύτερη εκδοχή, ειδικά όταν ανακαλύψουμε ότι το όνομα του αφηγητή (Hythloday) περιέχει ως πρώτο συστατικό την ελληνική λέξη «ύθλος» που καλύπτει όλο το σημασιολογικό φάσμα από τη φλυαρία και την κενολογία μέχρι τις φούσκες και τις μπαρούφες.

Παρ' όλα αυτά το κύρος της «Ουτοπίας» στη βιβλιογραφία του πολιτικού στοχασμού παραμένει υψηλό για πολλούς λόγους. Ο Μουρ συνδύαζε πρακτική πολιτική πείρα και ευρύτατη παιδεία. Ο διάλογος που προηγείται της ουτοπικής αφήγησης προδίδει βαθυστόχαστο προβληματισμό πάνω σ' ένα καίριο ερώτημα: μπορεί και πρέπει ο εξ ορισμού ακέραιος και έντιμος διανοούμενος (για να χρησιμοποιήσω έναν πιο εύληπτο και εκσυγχρονισμένο όρο) να εμπλέκεται στον σχεδιασμό πολιτικής και την άσκηση εξουσίας; Το ερώτημα ταλάνισε τους ουμανιστές της Αναγέννησης κυρίως επειδή αυτοί κατανοούσαν ότι στην πολιτική η αρχή της χρησιμοθηρικής πρακτικότητας (utilitas) δεν συνέπιπτε πάντα με την αρχή της διανοητικής και ηθικής εντιμότητας (honestas). Το αίτημα της απόλυτης σύμπτωσης των δύο ήταν αυτονόητο για τους ουμανιστικούς κύκλους, αλλά ποιος ξεχνάει ότι το ίδιο ουμανιστικό θερμοκήπιο κατά την ίδια ιστορική περίοδο εξέθρεψε τον περιβόητο «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι (δημοσιεύθηκε το 1532) όπου το διαζύγιο εξουσιαστικής ιδιοτέλειας και ηθικής ακεραιότητας εκδίδεται με κυνική επισημότητα; Το σύνταγμα της «Ουτοπίας» προβλέπει ρητά ότι οι κάτοικοι της χώρας πρέπει να θεωρούν συμφέρον μόνο αυτό που είναι και ηθικό ­ και ακριβώς αυτό κάνουν όχι μόνο οι απλοί πολίτες αλλά και η αριστίνδην πολιτική ηγεσία του νησιού. Φυσικά ο Μουρ, «σοφότερος» και «νηφαλιότερος» από τον πλασματικό αφηγητή του, γνωρίζει καλά και υπαινίσσεται σαφώς ότι στην πολιτική πραγματικότητα της Ευρώπης το πάνω χέρι το έχει ο μακιαβελισμός. Ετσι, πριν από πεντακόσια χρόνια, το έργο του Μουρ τακτοποίησε σημειολογικά την πραγματικότητα που, τηρουμένων των αναλογιών, αναγνωρίζουμε μέχρι σήμερα όλοι: η Ουτοπία είναι πρακτικά ανέφικτη· και πρέπει να νιώθουμε ευτυχείς στην ολιγάρκειά μας αν οι πολιτικοί ηγέτες, αντί να τη διαγράφουν ως άσχετη μυθοπλασία, τουλάχιστον τη θυμούνται όσο και όταν χρειάζεται για να διαχειριστούν πιο ανθρώπινα την έτσι κι αλλιώς μακιαβελική πραγματικότητα».*

το βιβλίο του Τόμας Μουρ -Ουτοπία θα βρείτε, στα αγγλικά, εδώ

http://odosoutopias.blogspot.com/2011/06/blog-post_21.html

26 Ιουνίου 2011

Άμεση δημοκρατία και γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθυνση

Το 1990 είχε ξανατεθεί στην ελληνική κοινωνία το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας, από τον Μανόλη Γλέζο όπου είχε δημιουργήσει κόμμα με την ονομασία «άμεση δημοκρατία». Με αφορμή αυτό και αλλά εκδώσαμε αυτή την μπροσούρα σε 2000 αντίτυπα και μοιράστηκε στις γειτονίες του Πειραιά πόρτα πόρτα αλλά και σε κεντρικές εκδηλώσεις στην Αθήνα.


{…} ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δημοσιεύουμε σ'αυτό το τεύχος τρία κείμενα γύρω από το ζήτημα της Αμεσης Δημοκρατίας και της Γενικευμένης Κοινωνικής Αυτοδιεύθυνσης, μέσα από διαφορετικές το κα θένα προσεγγίσεις. Διαφορετικές στα επιμέρους αφού η κάθε μία προσπαθεί ν'απαντήσει και σε μιά ιδιαίτερη πλευρά του ζητούμενου. Παράλληλα όμως και οι τρεις συγκλίνουν στα θέματα ουσίας, δηλαδή το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας διαχωρισμένο από την αυτοδιεύθυνση της εργασίας, του χώρου και του χρόνου σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο είναι μιά νέα φαινάκη. Φαινάκη που θυμίζει φιλολογικές συζητήσεις αστικοφιλελεύθερου περιεχομένου γύρω από την δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας τον τέταρτο αιώνα δουλοκτητικής, πατριαρχικής, γι'αυτό και μισής. Όπως μισή στις μέρες μας είναι η δημοκρατία που μας προββάλουν οι θιασώτες του ιδιωτικού αλλά και του κρατικού καπιταλισμού.

Η διεύρυνση και η υπέρβαση αυτής της "Δημοκρατίας" σε όλες τις πλευρές της ατομικής και κοινωνικής ζωής σαν πανανθρώπινο και οικουμενικό αίτημα είναι η θέληση και επιθυμία των καταπιεσμένων λαϊκών στρωμάτων της σημερινής εποχής. Εποχής που ανοίγει την αυλαία της στα τέλη του αιώνα που διανύουμε φέρνοντας στο προσκήνιο τα κοινωνικά κινήματα βάσης ενάντια στην εκμετάλλευση και εξουσία ανθρώπου από άνθρωπο, στον τεχνολογικό και οικονομικό ολοκληρωτισμό.

Αν μπορούσαμε να συνοψίσουμε στις Ελληνικές συνθήκες αυτά τα αιτήματα, θα τα σχηματοποιούσαμε ως εξής:
ούτε αφεντικά / ούτε εργάτες / ούτε διευθυντές / ούτε διευθυνόμενοι

ΑΓΩΝΑΣ για την αυτοδιεύθυνση της εργασίας του χώρου και του χρόνου μας
"Δε θεωρώ τον Ανθρωπο σαν καρκίνο του Πλανήτη. Οι άνθρωποι είναι ένα σωρό διαφορετικά πλάσματα: εργάτες και εκμεταλευτές, γυναίκες και άνδρες, ομοφυλόφιλοι και ετερόφυλοι, λεσβίες και συντηρητικές γυναίκες, έγχρωμοι και λευκοί και πάνω απ'όλα καταπιεζόμενοι και καταπιεστές. Ο πραγματικός καρκίνος που τρώει τον Πλανήτη είναι ο Καπιταλισμός και η Ιεραρχία και ανησυχώ πολύ στο μέτρο που ένα κομμάτι του οικολογικού κινήματος αποσπά το κό­σμο από αυτά τα θέματα, έστω και αν ανακυκλώνει ένα μεγάλο μέρος από την "αναρχίστικη, αριστερίστικη, μαρξιστική" κριτική του Κα­πιταλισμού κάτω από τον ασφαλή όρο "εκβιομηχάνιση". Δε πιστεύω πως μπορούμε να βασιζόμαστε σε προσευχές, τελετές και θετικές δονήσεις για να ξεριζώσουμε αυτό τον καρκίνο. Εκείνο που πιστεύω είναι ότι πρέπει να τον πολεμήσουμε ενεργά και με όλη τη δύναμη που διαθέτουμε..." Μάρραιη Μπούκτσιν.
Αναρχικη Ομάδα Δραπετσώνας-Κερατσινίου
Αναρχοκομμουνιστικός Πυρήνας Ανω Λιοσίων


Κατεβάστε την μπροσούρα από εδώ:




29 Ιανουαρίου 2011

Το ζήτημα της οργάνωσης - Βιβλίο της Πρωτοβουλίας Αναρχικών Πειραιά

Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε σε 1000 αντίτυπα τον Ιούνιο του 2006

Διαβάστε το εδώ  zitima_tis_organosis.pdf (application/pdf)



Στην παρούσα μπροσούρα αναδημοσιεύουμε κείμενα που αφορούν το ζήτημα της οργάνωσης’ κείμενα που μπορούν να βοηθήσουν και να συμβάλλουν εποικοδομητικά οσους συντρόφους – συντρόφισσες προβληματίζονται μ΄ αυτό το ζήτημα. Κείμενα που βοηθούν να αποκτήσουμε μια μικρή ιστορική εικόνα για τις θέσεις και τάσεις που εμφανίστηκαν από τις απαρχές του παγκόσμιου αναρχικού κινήματος. Πιστεύοντας πως οι παλιές κριτικές και αναλύσεις δεν είναι για πέταμα και χρειάζονται όσο και οι νέες, και αποσκοπώντας να ξεκινήσει μία νέα συζήτηση πάνω στο ζήτημα της οργάνωσης, αυτά τα κείμενα αναδεικνύουν το φάσμα των απόψεων γύρω από το ζήτημα καθεαυτό. Κατά τη γνώμη μας, η οργάνωση δεν είναι το παν και δεν επιτρέπει να χαθούν ή να κερδηθούν τα πάντα, γι΄ αυτό και είναι απαραίτητη. Απαραίτητη στους αναρχικούς που είναι διατεθειμένοι να υπερ- βούν το κίνημα διαμαρτυρίας, εμπαθούς δράσης και “σορβονισμού’’1 που επικρατεί τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Ελλάδα και να θέσουν τις βάσεις για ένα ιστορικό – επαναστατικό κίνημα αμφισβήτησης και ανατροπής του ισχύοντος πολιτικού - κοινωνικού συστήματος. Δηλαδή, να θέσουν κοινωνικό και πολιτειακό ζήτημα. Η προσπάθειά μας, αποτελεί συμβολή στον κοινωνικό αγώνα και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί άρνηση ή ακύρωση του σημαντικού έργου συλλογικοτήτων και ατόμων στα τριάντα πέντε χρόνια αναρχικής – αντιεξουσιαστικής παρουσίας και δράσης στην Ελλάδα. Από την άλλη, το πρόβλημα της οργάνωσης και της συνεκτικότητας του αντιεξουσιαστικού – αναρχικού κινήματος, αλληλεπιδρά με την κοινωνική και ηλικιακή του διαστρωμάτωση. Η πλειοψηφία της προηγούμενης γενιάς αφομοιώθηκε ή επέλεξε την παθητικότητα και την ιδιώτευση, γι΄ αυτό παραμένουμε ένα κίνημα στην ουσία του νεο- λαιίστικο (αβαντγκάρντ 2) και φοιτητικό, ανακυκλώνοντας τα ίδια λάθη, τις ίδιες ανεπάρκειες και τις ίδιες καταστάσεις του παρελθόντος. Όμως, χωρίς γνώση της ιστορίας μας αναπαράγουμε τον ιστορισμό μας σαν νεοτερικότητα, και…όπως έλεγε ένας σύντροφος: “όποιος τραβάει από το μανίκι την ιστορία γίνεται καρικατούρα της’’! Τα κείμενα αυτά - άγνωστα σε πολλούς παλαιότερους συντρόφους/συντρόφισσες και παντελώς άγνω- στα στους νεότερους - είναι χρήσιμα για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Μόνο μελετώντας την ιστορία μας γύρω από τις μορφές οργάνωσης, που παρουσιάστηκαν στο παρελθόν, δε θα επαναλάβουμε τα ίδια λάθη και τις ίδιες παραλείψεις από τη μια και από την άλλη θα μπορέσουμε να επανακαθορίσουμε και να ανασυνθέσουμε αυτά τα ζητήματα στις σημερινές συνθήκες. Όσο αποφεύγουμε να θέτουμε το ζήτημα της οργάνωσής μας, τόσο δεν μπορούμε να προτείνουμε μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας, αφήνοντας το προνόμιο αυτό στα αφεντικά και στους εξουσιαστές. Στην κοινωνική ιστορία βλέπουμε ότι οι επα- ναστατικές οργανώσεις είναι εν δυνάμει ένας μικρόκοσμος της κοινωνικής οργάνωσης που έχουν σαν όραμα. Άρα, λοιπόν, άλλο τρόπο οργάνωσης προτείνουμε εμείς για μας και άλλο για την κοινωνία;

21 Ιανουαρίου 2011

"Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι.." Γ. Σκαρίμπας - Το 1821 και η Αλήθεια

Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων


Το πολυσυζητημένο τρίτομο έργο του, το «Εικοσιένα και η αλήθεια» που προκάλεσε αληθινό σάλο η έκδοσή του καθώς μέσα από τις σελίδες του ο Σκαρίμπας απομυθοποιεί πρόσωπα και γεγονότα δίνοντας τις αληθινές διαστάσεις στην εποποιία του 21.

1821

Αποσπάσματα από την εισαγωγή του βιβλίου:

«Ο κατά μόνον το γένος και το θρήσκευμα του διαφέρων είναι ένας άγιος, μπρος στον κατά μόνο το «κατεστημένο» του διαφέροντα.

- Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θάκανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια. Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων. Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αντουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους. Το ότι σ’αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν παει ναπεί διόλου ότι τους εφείσθη. Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας. Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε… Η Επανάσταση απότυχε…»

«Τα δύο Εικοσιένα

Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης. Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη. Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καρυοφύλλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών - του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, τον Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.

Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα «Δίκαια του ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της «Πατρικής Διδασκαλίας» του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ Ανθίμου - ή πιο σωστά του Γρηγορίου.»

«Το θαύμα του ‘21 δεν έγκειται στη στρατιωτική ήττα της Τουρκιάς -πράγμα ευκολότερο -αλλά στο (ως εκ θαύματος) σώσιμο του από την εχθρότητα των κοτζαμπάσηδων, των λογίων και του Κλήρου.»

Κατεβάστε το βιβλίο εδώ

Γιάννη Σκαρίμπας 1893- 1984

περισσότερα βιβλία στο παρακάτω link
http://e-vivlia.blogspot.com/

17 Ιανουαρίου 2011

12 Ιανουαρίου 2011

"Σκέψου παγκόσμια δράσε τοπικά"- Παρουσίαση βιβλίου

Παρουσίαση του βιβλίου "τοπικοποίηση" του Γιώργου Κολέμπα και συζήτηση για τις προοπτικές της εφαρμογής της σήμερα

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου στις 19.00
στην αίθουσα εκδηλώσεων του Μικρόπολις (2ος όροφος)


Εισήγηση: άλλη δημοκρατία
Ομιλητής: Γιώργος Κολέμπας

Διοργάνωση: άλλη δημοκρατία

http://micropolis-socialspace.blogspot.com/

5 Ιανουαρίου 2011

Η μαύρη κομμουνίστρια Αντζελα Ντέιβις

Σαν σήμερα 1971: Η μαύρη κομμουνίστρια Αντζελα Ντέιβις αρνείται ενώπιον δικαστηρίου της Καλιφόρνιας στο οποίο δικάζεται τις κατηγορίες για συμμετοχή σε φόνο, απαγωγή και συνωμοσία και κάνει λόγο για πολιτική σκευωρία.



Θυμάστε το «Βlack Αngel» των Ρόλινγκ Στόουνς; Η Άντζελα Ντέιβις έγινε τραγούδι, έγινε μπλουζάκι, όμως παραμένει μια από τις λίγες φυσιογνωμίες πρώτης γραμμής των κινημάτων του ΄60 και του ΄70 στις ΗΠΑ που διασώθηκαν πολιτικά και προσωπικά- κάτι που δεν συνέβη λ.χ. με τον Έλντριτζ Κλίβερ... Αυτή η μαχητική φεμινίστρια, η εμβληματική φυσιογνωμία του κινήματος της Μαύρης Υπερηφάνειας που γνώρισε το 1970 την εμπειρία της φυλακής και δέκα χρόνια αργότερα υπήρξε υποψήφια του Κ.Κ. για την αντιπροεδρία (1980, 1984), αυτή η μαθήτρια του Μαρκούζε που σπούδασε Φιλοσοφία και Λογοτεχνία, είναι σήμερα 64 χρόνων και παραμένει ενεργή τόσο ως ερευνήτρια όσο και ως ακτιβίστρια. Με το ίδιο θρασύ άφρο μαλλί που πάντα την ξεχώριζε, διδάσκει (από το 1991) Ιστορία της Συνείδησης στο Πανεπιστήμιο της Σάντα Κρουζ στην Καλιφόρνια, και παράλληλα αγωνίζεται καταγγέλλοντας τον ρόλο του αμερικανικού σωφρονιστικού οικοδομήματος στην αναπαραγωγή της πολιτικής καταπίεσης. Αυτό είναι και το θέμα του πλέον πρόσφατου βιβλίου της Δημοκρατία χωρίς δεσμά- Αμερικανική αυτοκρατορία,φυλακές και η ανεκπλήρωτη κατάργηση της δουλείας (εκδ. Άγρα) που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά με πρόλογο, σημειώσεις και εξαίρετη μετάφραση του Κώστα Ράπτη. Ένα βιβλίο αποκαλυπτικό για τον λανθάνοντα ρατσισμό που καλλιεργούν οι δημοκρατίες μας.

Ένα βιβλίο που θα διαψεύσει όσους θεωρούσαν την Ντέιβις ξεπερασμένη. Πράγματι, την είχαμε διαβάσει στη δεκαετία του ΄80 με τα: Αν αυτοί έρθουν την αυγή (Νέα Σύνορα, 1982), Γυναίκες,φυλή,τάξη (Σύγχρονη Εποχή, 1984), Γυναίκες,κουλτούρα και πολιτική (Καστανιώτης, 1991), κι έπειτα τίποτα. Ωστόσο τότε ακριβώς είχε αρχίσει να ενοχλεί πραγματικά το σύστημα, ως δημόσια διανοούμενη. Εδώ λοιπόν, συζητά με τον Εντουάρντο Μεντιέτα του Πανεπιστημίου Stony Βrook για το πλέγμα των πρακτικών βίας που στηρίζουνόπως αποδεικνύει- τους αμερικανικούς μηχανισμούς εξουσίας στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, διαιωνίζοντας τις δομές του ρατσισμού. Μπορεί να βλέπουμε μαύρους όπως ο Κόλιν Πάουελ ή η Κοντολίζα Ράις στην καρδιά των κυβερνητικών μηχανισμών, αλλά αυτό «δεν συνεπάγεται κάποια πρόοδο για όλη την κοινότητα των μαύρων», επισημαίνει η Ντέιβις. Και εξηγεί ότι η πολυπολιτισμικότητα που διαφημίζεται ως συνώνυμη με τον αντιρατσισμό, δεν συνεπάγεται αναγκαστικά φυλετική δικαιοσύνη. Η πρόκληση του 21ου αιώνα λοιπόν «δεν είναι η διεκδίκηση ίσων ευκαιριών συμμετοχής στον μηχανισμό της καταπίεσης, παρά είναι ο εντοπισμός και η εξάρθρωση εκείνων των δομών οι οποίες καθορίζουν ποιος θα πάει φυλακή και ποιος όχι, ποιος θα φοιτήσει στο πανεπιστήμιο, ποιος θα έχει υγειονομική κάλυψη και ποιος όχι...».

Στις 9 Μαΐου 1970,όταν ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν στο απόγειό του, πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη φοιτητική κινητοποίηση στην αμερικανική ιστορία. Τέσσερα εκατομμύρια φοιτητές κήρυξαν αποχή σε 900 πανεπιστημιακά ιδρύματα και 100.000 συμμετείχαν σε μια ταραχώδη αντιπολεμική διαδήλωση στην Ουάσιγκτον. Η Άντζελα Ντέιβις πρωτοστατούσε εκείνη την εποχή στην προσπάθεια να συσχετιστεί ο αγώνας ενάντια στον φασισμό στο εξωτερικό, με τον αγώνα ενάντια στην οικονομική και πολιτική καταπίεση των εγχρώμων και των φτωχών στο εσωτερικό. Ποια διδάγματα θα μπορούσε άραγε να αντλήσει κανείς από εκείνα τα κινήματα για τη σημερινή πάλη για την ειρήνη και την κοινωνική δικαιοσύνη; Η Ντέιβις δεν καταφεύγει στη λαϊκίστικη ρητορεία προκειμένου να απαντήσει, ούτε κρύβεται. Δεν έχει τον κυνισμό των πρώην αγωνιστών, και ο ρομαντισμός της είναι προσγειωμένος. Όπως και σε ολόκληρο το βιβλίο, η σοβαρότητά της πείθει. «Το πεδίο στο οποίο καλούμαστε να οργανωθούμε σήμερα, είναι πολύ διαφορετικό απ΄ ό,τι πριν από 30 χρόνια», τονίζει. «Πάντοτε πίστευα ότι οι διαδηλώσεις είχαν το νόημα να καταδηλώνουν τη δυνητική ισχύ των κινημάτων». Όμως στις μέρες μας «έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι η διαδικασία τού να καθιστάς το κίνημα ορατό, αποτελεί και την ουσία του ίδιου του κινήματος». Ενώ το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν τέτοιες συλλογικότητες «που να μην εξατμίζονται μπροστά στην εφόρμηση της καθημερινής ρουτίνας». Το δίδαγμα που αντλεί λοιπόν από το ΄60 και το ΄70 είναι να ενθαρρύνει τους ανθρώπους «να πειραματιστούν». «Ο καλύτερος τρόπος για να υπολογίσουμε τι μπορεί να είναι αποτελεσματικό, είναι απλώς να το κάνουμε, ασχέτως των λαθών που μπορεί να διαπραχθούν. Στην πραγματικότητα, τα λάθη μάς βοηθούν να δημιουργήσουμε νέες μορφές οργάνωσης που να συνασπίζουν τους ανθρώπους».

Η σημασία αυτού του βιβλίου είναι πολλαπλή. Ιδιαίτερα τώρα που με την υποψηφιότητα του Μπάρακ Ομπάμα για το προεδρικό χρίσμα φάνηκε ότι αξιοποιείται η «race card» σε μια προεκλογική διαμάχη που υποτίθεται ότι θα επιβεβαίωνε το οριστικό ξεπέρασμα των ρατσιστικών προκαταλήψεων. Αυτό επαληθεύει- όπως σημειώνει ο Κ. Ράπτης- τις παρατηρήσεις της Ντέιβις. Αλλά και οι ειδικότερες επισημάνσεις της, για την κατάχρηση του εγκλεισμού ατόμων από φυλετικές μειονότητες (2 εκατ. κρατούμενοι στις ΗΠΑ κατά το 70% έγχρωμοι), για τη θανατική ποινή ως κληροδότημα της δουλείας, για την κανονικοποίηση των βασανιστηρίων, την εκμετάλλευση της εργασίας των φυλακισμένων ή τις δυσκολίες της επανένταξής τους, φωτίζουν τις θεσμοθετημένες μορφές ρατσισμού στις φιλελεύθερες δημοκρατίες· και θέτουν σοβαρά ερωτήματα για το πώς αντιμετωπίζονται οι κοινωνικές δυσλειτουργίες που προκαλούν η φτώχεια, η έλλειψη στέγης ή η απουσία ευκαιριών. Κάτι που σχετίζεται με την τύχη που επιφυλάσσει και το ελληνικό σύστημα στους πρόσφυγες... Δυστυχώς.




http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=68397&enthDate=10052008

29 Δεκεμβρίου 2010

"Το όνομα μου είναι άνθρωπος" του Ρολφ Πόλε

«Έχω πολλούς πατέρες κι έχω πολλές μητέρες
Κι έχω πολλές αδερφές κι έχω πολλούς αδερφούς
Οι αδελφοί μου είναι μαύροι κι οι μητέρες μου κίτρινες
...Κι οι πατέρες μου είναι κόκκινοι κι οι αδελφές μου ανοιχτόχρωμες.
Κι είμαι πάνω από δέκα χιλιάδων χρόνων
Και τ' όνομά μου είναι άνθρωπος
Και ζω απ' τον αέρα και ζω απ' το ψωμί
Και ζω απ' το φως και ζω απ' την αγάπη
Κι έχω δυο μάτια κι όλα μπορώ να τα δω
Κι έχω δυο αυτιά κι όλα μπορώ να τα καταλάβω.
Κι έχουμε έναν εχθρό, αυτός μας στερεί τη μέρα
Ζει απ' τη δική μας τη δουλειά
Και ζει απ' τη δύναμή μας
Κι έχει δυο μάτια και δεν θέλει να δει
Κι έχει δυο αφτιά, κι όμως δεν θέλει να καταλάβει.
Κι είναι πάνω από δέκα χιλιάδων χρόνων
Κι έχει πολλά ονόματα.
Και ξέρω, θα πολεμήσουμε
Και ξέρω, θα νικήσουμε
Και ξέρω, θα ζήσουμε
Και θ' αγαπηθούμε
Κι ο πλανήτης Γη
Σ' όλους μας θ' ανήκει
Κι ο καθένας θα έχει αυτό που χρειάζεται
Και δεν θα πάρει πια δέκα χιλιάδες χρόνια
Γιατί έφτασε η ώρα».

Η μεγαλύτερη γερμανική εφημερίδα τον είχε χαρακτηρίσει ως τον «πιο επικίνδυνο Γερμανό τρομοκράτη» («Μπιλντ», 23/7/76). Ο Ελληνας υπουργός Δημόσιας Τάξης τον είχε ονομάσει «πρύτανη της τρομοκρατίας» (Αντώνης Δροσογιάννης, 1985). Ο Τύπος και η τηλεόραση σε όλο τον κόσμο αναφέρεται σ' αυτόν ως «ηγετικό στέλεχος της συμμορίας Μπάαντερ-Μάινχοφ». Μέχρι το τέλος της ζωής του αποτελούσε αγαπημένο στόχο των αντιτρομοκρατικών σχεδιασμών των μεγαλύτερων μυστικών υπηρεσιών.

Τίποτα από όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται στον πραγματικό Ρολφ Πόλε. Βαθιά ανθρωπιστής ο ίδιος, απόλυτα πεισμένος ειρηνιστής και εξαιρετικά καλλιεργημένος, βρέθηκε πρωταγωνιστής στη δίνη των γεγονότων στα «μολυβένια χρόνια» της δεκαετίας του '70 στη Γερμανία, εξαιτίας της προσήλωσής του στις αξίες της αλληλεγγύης, του αλτρουισμού και της συντροφικότητας. Την άρνησή του να προδώσει τις αρχές του την πλήρωσε με φυλάκιση στα λευκά κελιά, απαγόρευση εργασίας και ασταμάτητες διώξεις. Η υγεία του κλονίστηκε ανεπανόρθωτα. Ωστόσο, έως το τέλος δεν έχανε την ανθρωπιά, το θάρρος και το χιούμορ του.

Ο Ρολφ Πόλε γεννήθηκε το 1942 στο βομβαρδισμένο Βερολίνο. Το σπίτι του καταστράφηκε και ώς το 1945 έμεινε σε σπίτι οικογενειακών φίλων. Οι πρώτες παιδικές του μνήμες είναι από σκηνές βίας στο τέλος του πολέμου. Ο πατέρας του, Ρούντολφ Πόλε, υπήρξε αιχμάλωτος πολέμου έως το 1947 και στη συνέχεια κατέλαβε θέση καθηγητή Πανεπιστημίου στο Ερλάνγκεν. Ο παππούς του, Λούντβιγκ Πόλε, ήταν διάσημος οικονομολόγος, καθηγητής μεταξύ άλλων και του Ξενοφώντα Ζολώτα.

Από το 1954 ο Ρολφ ζει στο Μόναχο. Σπουδάζει στη Νομική του Βερολίνου και του Μονάχου. Το 1966 πήρε το πτυχίο του. Από το 1966 έως το 1970 δούλεψε ως ασκούμενος δικηγόρος και αναδείχτηκε ηγέτης του ριζοσπαστικού νεολαιιστικού κινήματος. Ο Πόλε παίρνει από τα λαϊκά φύλλα το παρατσούκλι «APO-Anwalt» επειδή υπερασπίζεται ως δικηγόρος τα μέλη του κινήματος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Το 1969 δικάζεται για την παρουσία του στις διαδηλώσεις που ξέσπασαν μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ντούτσκε. Καταδικάζεται σε 15 μήνες φυλάκιση χωρίς αναστολή. Πρόκειται για τη βαρύτερη ποινή εκείνης της περιόδου για παρόμοιο «αδίκημα».

Η αλληλεγγύη του προς τους διωκόμενους αγωνιστές της Αριστεράς όλων των αποχρώσεων τον φέρνει και πάλι στη φυλακή Στράουμπινγκ το 1971. Μένει προφυλακισμένος για δύο χρόνια. Η δίκη του (Σεπτέμβριος 1973 - Μάρτιος 1974) καταλήγει σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Καταδικάζεται για «συμμετοχή στη RAF» σε φυλάκιση έξι χρόνων και πέντε μηνών.

Τον Μάρτιο του 1975, μετά την απαγωγή του Πέτερ Λόρεντς από την οργάνωση «Κίνημα 2 Ιούνη», απελευθερώνεται μαζί με άλλους έξι κρατούμενους. Του προσφέρεται πολιτικό άσυλο στην Υεμένη.

Το 1976 συλλαμβάνεται στην Αθήνα. Η Δυτική Γερμανία ζητεί την έκδοσή του. Αναπτύσσεται πρωτοφανές κίνημα συμπαράστασης με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που σφράγισαν μια ολόκληρη περίοδο. Σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητεί την παραχώρηση πολιτικού ασύλου στον Πόλε. Από τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Γιάννη Χαραλαμπόπουλο μέχρι τον Χαρίλαο Φλωράκη, τον Μπάμπη Δρακόπουλο και τον Μανώλη Γλέζο. Το Εφετείο Αθηνών σε μια ιστορική συνεδρίασή του απορρίπτει το γερμανικό αίτημα. Ομως ο Αρειος Πάγος αποφασίζει τελικά την έκδοση, δύο μέρες πριν από τις γερμανικές εκλογές του Οκτωβρίου. Η παράδοση του Πόλε θεωρήθηκε τότε πολιτικό δώρο του Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τον Χέλμουτ Σμιτ. Οι τρεις δικαστές του Εφετείου που τόλμησαν να υποστηρίξουν ότι ο Πόλε διώκεται για πολιτικά εγκλήματα (Αλεξόπουλος, Βάλλας Σαρτζετάκης) υπέστησαν πειθαρχική δίωξη.

Από το 1976 ώς το 1978 ο Πόλε ξανακλείνεται στο Στράουμπινγκ. Τον Μάρτιο του 1978 ακολουθεί νέα δίκη, με την κατηγορία της «ληστρικής εκβίασης», επειδή δέχτηκε να απελευθερωθεί το 1975. Καταδικάζεται σε τρία χρόνια και τρεις μήνες. Φυλακίζεται στο Κάισχαϊμ, απ' όπου αποφυλακίζεται οριστικά τονΣεπτέμβριο του 1982.

Η ανάμνηση του κινήματος συμπαράστασης οδηγεί τον Πόλε και πάλι στην Ελλάδα. Το 1984 παντρεύεται τη δικηγόρο Κατερίνα Ιατροπούλου και εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα. Εργάζεται ως καθηγητής γερμανικών, μεταφραστής και συγγραφέας. Αρθρογραφεί τακτικά στο περιοδικό «Σχολιαστής» και συμμετέχει στη συντακτική του ομάδα. Από το 1990 παρέχει την πολύτιμη φιλική του συνεργασία στον «Ιό».Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 62 ετών το 2004.

Ο τίτλος που διάλεξε για το βιβλίο του («Το όνομά μου είναι άνθρωπος») συνοψίζει όλα του τα πιστεύω. Τους στίχους του ομώνυμου τραγουδιού του γερμανικού ροκ συγκροτήματος «Ton, Steine, Scherben» απήγγειλε ο Ρολφ Πόλε ως προσωπική δήλωση στη δίκη του, τον Σεπτέμβριο του 1973.




http://www.iospress.gr/extra/pohle.htm

2 Δεκεμβρίου 2010

Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Μιχάλη Γ. Τσάκαλου


Όπου γη πατρίδα : οι 'Ελληνες μετανάστες μέχρι τη δεκαετία του '60

“Τη φρικιώδη κατάστασιν των Ελλήνων αναγιγνώσκομεν εν τη Δέμβερ του Κολοράδου συναδέλφω “Νέα”. Κατά την εν συναδέλφον ταύτην, ήτις δημοσιεύει εν πλάτει την έκθεσιν του εκεί αστυάτρου, 800 Έλληνες ζώσιν υπό τους χειρίστους της υγιεινής και ανθρωπότητος κανόνας.
Η αστυνομία εύρε περί τους 25 Έλληνας κοιμώμενους και διαιτωμένους εις εν στενότατον δωμάτιον.
Αμέσως η αστυνομία εξεδίωξε τούτους εκείθεν και απολύμανε καταλλήλως το δωμάτιον τούτο, εξ ού ηπειλείτο η υγεία του περίοικου πληθυσμού. Ένεκα τούτου η συνάδελφος εφημερίς επιτίθεται δρυμήτατα κατά των Ελλήνων, λέγει δ’ ότι εκ της ελεεινής τούτων υγιεινής καταστάσεως απειλείται η υγεία όλης της πόλης”.
Μη μου πείτε…
…δεν μοιάζει πολύ με ανακοίνωση “αγανακτισμένων κατοίκων”; (βλέπε Άγιος Παντελεήμονας).
Μόνο που είναι γραμμένη στην καθαρεύουσα και εναντίον Ελλήνων μεταναστών. Το απόσπασμα είναι από την εφημερίδα Αστήρ του Σικάγου με ημερομηνία 5/3/1909. Αναφέρεται στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Μιχάλη Γ. Τσάκαλου Η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση μεταξύ θεωρίας και εμπειρίας, από τις εκδόσεις Αιγέας.
Το βιβλίο είναι επίκαιρο (και χρήσιμο) σε μια εποχή αντιμεταναστευτικής υστερίας. Σε μια περίοδο που τα “παράθυρα” της πρωινής ζώνης της τηλεόρασης βρίσκονται υπό κατάληψη από δεξιούς και ακροδεξιούς ρατσιστές, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε την κατάσταση που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες μετανάστες στις χώρες υποδοχής τους.
Όταν κάποιος υπενθυμίζει ότι η Ελλάδα αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα χώρα αποστολής μεταναστών, η πιο κλασσική αντίδραση των εθνικιστών ρατσιστών (και όχι μόνο…) είναι να περιγράφουν την ελληνική μετανάστευση με ωραιοποιημένο τρόπο. Περιγράφουν μια εντελώς ψευδή-μαγική εικόνα Ελλήνων μεταναστών που ήσαν (υποτίθεται) καλοδεχούμενοι στις χώρες υποδοχής γιατί “εργάζονταν τίμια” και “δεν έκλεβαν ούτε βίαζαν ούτε σκότωναν όπως οι ξένοι που έχουν μαζευτεί στην Ελλάδα”.

Η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική.
Οι Έλληνες μετανάστες ήσαν θύματα άγριου ρατσισμού όπως είναι σήμερα οι μετανάστες στην Ελλάδα. Στις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ (αλλά και αργότερα στην Αυστραλία) αντιμετωπίζονταν ως φυλετικά κατώτεροι:
“Η έννοια του λευκού που σήμερα περιλαμβάνει κάθε άτομο ευρωπαϊκής καταγωγής, τότε περιοριζόταν αποκλειστικά για τους ανθρώπους με αγγλοσαξονική ή βορειοευρωπαϊκή προέλευση.
Οι Έλληνες θεωρούντο φυλετικά ανάμεικτοι, γενετικά κατώτεροι από τους δήθεν αμιγείς προγόνους τους, και, ως εκ τούτου, ανίκανοι ακόμα και να προσεγγίσουν τα επιτεύγματά τους. Στο βαθμό που αυτοί οι συγγραφείς έβλεπαν τους Έλληνες σαν κατώτερους και μη λευκούς και τους περιφρονούσαν γι αυτό η συμπεριφορά τους ήταν καθαρά ρατσιστική” (σ. 196).
Στις ΗΠΑ σε πολλές περιπτώσεις τα δικαστήρια αρνήθηκαν να δώσουν την αμερικανική υπηκοότητα σε Έλληνες, αποφαινόμενα ότι αυτοί ανήκουν στην κίτρινη φυλή! Το 1913 στην είσοδο ενός εστιατορίου στην Καλιφόρνια έγραφε: “Αμιγές Αμερικανικό! Όχι ποντίκια, όχι Έλληνες”.
Αλλά και στην Αυστραλία τα πράγματα για τους Έλληνες δεν ήταν καλύτερα. Στα 1925 ο υφυπουργός προεδρίας του Queensland έγραφε:
“Οι Έλληνες της Βόρειας Κουϊνσλάνδης είναι γενικά ανεπιθύμητοι και δεν αποτελούν καλούς μετανάστες. Ζουν στις πόλεις της περιοχής και επιδίδονται σε επιχειρήσεις καφενείων, πανδοχείων και άλλων λιγότερο ευυπόληπτων δραστηριοτήτων. Δεν είναι γεωργοί και δεν συνεισφέρουν τίποτα στον πλούτο ή την ασφάλεια ατής της χώρας.
Δεν επιδίδονται σε καμιά χρήσιμη εργασία η οποία θα διεκπεραιωνόταν λιγότερο καλά χωρίς τη βοήθειά τους.
Συνοδευόμενος από έναν αξιωματικό της αστυνομίας, επισκέφτηκα κάμποσες από τις λέσχες και τα πανδοχεία τους, που βρίσκονται σε γενικές γραμμές σε άθλια κατάσταση. Το βιοτικό τους επίπεδο είναι χαμηλότερο από των άλλων αλλοδαπών. Κοινωνικά και οικονομικά αυτός ο τύπος του μετανάστη συνιστά απειλή για την κοινότητα στην οποία εγκαθίστανται και θα ήταν προς όφελος της πολιτείας, αν η είσοδός τους απαγορευόταν ολοσχερώς”. (σ. 228).

Επιπλέον, όπως σήμερα υπάρχουν αρκετοί μετανάστες που εισήλθαν στην Ελλάδα “παράνομα”, το ίδιο συνέβαινε και με Έλληνες μετανάστες. Οι Έλληνες μετανάστες που ήσαν “λαθραίοι” στις ΗΠΑ και την Αυστραλία το διάστημα 1950-1974 (τόσο πρόσφατα οι Έλληνες ήσαν μετανάστες…) υπολογίζονται σε τουλάχιστον 50.000. Η παρακάτω περιγραφή αποδίδει τα αισθήματα ενός “λαθρομετανάστη”:
“Ένας λαθρομετανάστης που εγκατέλειψε το πλοίο του το 1966 και εργαζόταν κρυφά σε ελληνικό εστιατόριο είχε πει: Όλοι εμείς οι λαθραίοι βλέπουμε δυο εφιάλτες. Ο ένας είναι ότι θα πεθάνουμε στην Αμερική ξένοι και ανεπιθύμητοι, και ο άλλος είναι ότι θα μας πιάσει το Ιμιγρέσο (immigration service) και θα μας στείλει πίσω στην Ελλάδα να πεθάνουμε εκεί”. (σ. 160).
Αλλά το ιδεολόγημα που καταρρέει εντελώς, είναι η υποτιθέμενη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες υποδοχής. Σε μελέτες που είχαν εκπονηθεί στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1940 παρουσιάζουν τους Έλληνες ως τους πλέον επιρρεπείς στη διάπραξη απεχθών εγκληματικών πράξεων. Στο σύνολο των αδικημάτων οι Έλληνες προηγούνται τόσο των Ιταλών όσο και των Ρώσων. Οι Έλληνες κατηγορούνται ότι οι περισσότερες από τις παραβατικές πράξεις τους αναφέρονται σε ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα, όπως ανθρωποκτονίες, βιασμοί, επιθέσεις, κλοπές, ληστείες και εμπορία ναρκωτικών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλές από αυτές τις μελέτες είναι μονομερής και σηκώνουν πολύ συζήτηση για την αντικειμενικότητά τους. Όπως δηλαδή συμβαίνει και με τις μελέτες εγκληματικότητας που αφορούν την παραβατικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα. Πάντοτε οι μετανάστες (είτε Έλληνες είτε όποιας άλλης φυλής και χρώματος) ήσαν θύματα ρατσισμού και αδίστακτης δυσφημιστικής προπαγάνδας.

Ο τελικός στόχος το ρατσισμού δεν είναι άλλος από την οικονομική εκμετάλλευση των μεταναστών που επειδή έχουν σχεδόν ανύπαρκτα δικαιώματα σε σχέση με τους ντόπιους, εύκολα γίνονται θύματα υπερεκμετάλλευσης. Έτσι για την άρχουσα τάξη επιτυγχάνεται ένας διπλός στόχος: η διάσπαση των εργαζομένων σε ντόπιους και ξένους και το οικονομικό ξεζούμισμα και των δυο.
«Στον εργασιακό χώρο οι Έλληνες, μαζί με άλλους κατηγορήθηκαν ότι λειτουργούσαν ως απεργοσπάστες και ότι αγνόησαν τους αγώνες των εργαζομένων παραβιάζοντας τις συνθήκες και τα δικαιώματά τους προς όφελος των εργοδοτών. Αναφέρονται μάλιστα τακτικά περιπτώσεις σε Αμερική και Αυστραλία της παραβίασης της κυριακάτικης αργίας και της νυχτερινής υπερωριακής εργασίας. […]
Η ζωή τους βασιζόταν στην καθημερινότητα. Απεργίες και στάσεις εργασίας ήταν αντίθετες με τους σκοπούς τους, που ήταν η συλλογή χρημάτων όσο το δυνατόν συντομότερα. Γι’ αυτό το λόγο η συμμετοχή τους σε συνδικαλιστικές δραστηριότητες ήταν περιορισμένη». (σ 229-30).
Τελειώνω την παρουσίαση του βιβλίου μ’ ένα απόσπασμα από την περιγραφή μιας Ελληνίδας εργάτριας στην Ολλανδία τη δεκαετία του 1960:
“Όταν ήρθα να δουλέψω στη Φίλιπς, είχα κάτι μάτια να! Και επειδή είχα τόσο καλά μάτια, ο προϊστάμενος μου ανέθετε όλη τη λεπτή δουλειά. Δεν μετακινήθηκα ποτέ σε άλλο πόστο. Επί δέκα χρόνια καθόμουνα σκυμμένη πάνω σε κείνα τα μικρά λαμπερά εξαρτήματα και τα διάλεγα. Ήμασταν δυο. Αν φτιάχναμε μαζί 15.000 κομμάτια την ημέρα, εγώ έκανα τα 11.000. Οπότε καταλαβαίνεις! Την άλλη γυναίκα την άλλαξαν γρήγορα, αλλά εμένα μ’ αφήσανε.
Πολλές φορές ζήτησα να μου δώσουν άλλη δουλειά, γιατί κουραζόμουν πολύ να κάνω συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Αλλά τότε ο προϊστάμενος μου έλεγε: Όχι εσένα δεν σ’ αλλάζουμε με καμιά κυβέρνηση. Εσύ κάνεις 11.000 κομμάτια. Είσαι η καλύτερη εργάτρια μας. Και όταν τον είδα τελευταία και του είπα ότι έχω σχεδόν τυφλωθεί στα δυο μάτια, μου είπε: Τι λες, κορίτσι μου, δεν το περίμενα να χάσουμε τέτοια καλή εργάτρια….” (σ. 175-76).
Τα σχόλια περιττεύουν…

Άγγελος Κ


Επιτροπή Αλληλεγγύης Θεσπρωτίας για τους Μετανάστες

11 Αυγούστου 2010

Οι "Enragés" κι οι Καταστασιακοί στα Κινήματα των Καταλήψεων

Ένα σημαντικό κείμενο για τον Μάη του 68 είναι ένα βιβλίο, που γράφηκε σχεδόν παράλληλα με το συμβάν για/από κάποιους πρωταγωνιστές του. Ο τίτλος: “Οι Enragés κι οι Καταστασιακοί στα Κινήματα των Καταλήψεων.” Οι πρωταγωνιστές: η οργάνωση των Καταστασιακών κι οι Enragés (Λυσσασμένοι), η φοιτητική ομάδα που ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο της Ναντέρ κι, εκτός των άλλων, είχε την πλειοψηφία και συντήρησε την κατάληψη της Σορβόνης. Ο συγγραφέας: ο καταστασιακός René Viénet, γνωστός επίσης και σαν σκηνοθέτης – είχε αναπτύξει την τεχνική της “μεταστροφής” (détournement), της επαναχρησιμοποίησης των εικόνων και διάφορων πολιτισμικών στοιχείων με σκοπό την κινητοποίησή τους μέσα σ’ ανατρεπτικά πλαίσια, δηλαδή, το ακριβώς αντίθετο της διαδικασίας της αφομοίωσης ή ιδιοποίησης (récupération), που χρησιμοποιεί η εξουσία του κατεστημένου και του καπιταλισμού. Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου, “Το Βάθος και τα Όρια της Επαναστατικής Κρίσης.”

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΛΗΨΕΩΝ, που εισχώρησε μέσα στους κομβικούς τομείς της οικονομίας, πολύ σύντομα έφθασε μέχρι κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, επιτιθέμενο σ’ όλα τα σημεία ελέγχου του καπιταλισμού και της γραφειοκρατίας. Το γεγονός ότι η απεργία έχει τώρα επεκταθεί σε δραστηριότητες, που πάντοτε στο παρελθόν ξέφευγαν από τις διαδικασίες της εξέγερσης, με ριζικό τρόπο επαναβεβαίωνε δυο από τους παλαιότερους ισχυρισμούς της καταστασιακής ανάλυσης: ότι ο αυξανόμενος εκσυγχρονισμός του καπιταλισμού συνεπάγεται την προλεταριατοποίηση ενός ολοένα και διευρυνόμενου τμήματος του πληθυσμού. Και καθώς ο κόσμος του καπιταλισμού επέκτεινε την δύναμή του πάνω σ’ όλες τις πλευρές της ζωής, ταυτόχρονα, παρήγαγε παντού μια διεύρυνση κι εμβάθυνση των δυνάμεων, που τον αρνούνται.

(...) Η δράσεις που απελευθερώθηκαν από τους φοιτητές στα πανεπιστήμια και τους δρόμους, από την αρχή, επεκτάθηκαν και στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης. ... Οι μαθητές των σχολείων αυτών απέδειξαν με τη μαχητικότητα και τη συνειδητότητά τους ότι προοιώνιζαν όχι τόσο μια μελλοντική γενιά φοιτητών, όσο τους νεκροθάφτες του πανεπιστήμιου. Πολύ περισσότερο από τους καθηγητές των πανεπιστήμιων, οι καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης ήξεραν πώς μπορούσαν να μάθουν από τους μαθητές τους. Συντριπτικά υποστήριζαν την απεργία, σ’ αντίθεση με την αμετακίνητη θέση, που έπαιρναν άλλοι σχολικοί υπάλληλοι. Καταλαμβάνοντας τους χώρους εργασίας τους, οι εργαζόμενοι σε τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες κι εμπορικά καταστήματα διαμαρτυρόντουσαν ταυτόχρονα ενάντια στις προλεταριοποιημένες συνθήκες εργασίας τους κι ενάντια σ’ ένα σύστημα υπηρεσιών, που ανάγκαζε τους πάντες να υπηρετούν το σύστημα. Με τον ίδιο τρόπο, οι απεργοί στα ραδιο-τηλεοπτικά μέσα, παρά την πίστη τους στην “αντικειμενική ενημέρωση,” έβλεπαν συγκεχυμένα μέσα στις συνθήκες της αλλοτρίωσής τους, αλλά καταλάβαιναν τον θεμελιωδώς εσφαλμένο χαρακτήρα, που έχει κάθε επικοινωνία, όταν βασίζεται στην ιεραρχία. Το κύμα της αλληλεγγύης, το οποίο μετέφερε τον ενθουσιασμό των ανθρώπων, που ζούσαν κάτω από την εκμετάλλευση, δεν είχε κανένα φραγμό. (...)

Εντούτοις, μέσα σε μια βδομάδα, εκατομμύρια ανθρώπων ξεφορτώθηκαν το βάρος των συνθηκών αλλοτρίωσης, της ρουτίνας της επιβίωσης, των ιδεολογικών διαστρεβλώσεων και του αντεστραμμένου κόσμου του θεάματος. Για πρώτη φορά, από την Κομούνα του 1871 κι ύστερα, και τώρα με πολύ περισσότερο υποσχόμενο μέλλον, το πραγματικό άτομο απορροφούσε τον αφηρημένο πολίτη μέσα στην ζωή του, στην δουλειά του και στις ατομικές του σχέσεις, καθώς γινόταν ένα “είδος-ον” και, με τον τρόπο αυτό, αναγνώριζε τις δικές του ικανότητες σαν κοινωνικές ικανότητες. Τελικά, η γιορτή προσέφερε πραγματικές διακοπές σ’ ανθρώπους, που μόνο γνώριζαν τις μέρες εργασίας και τις άδειες. Η πυραμίδα της ιεραρχίας έλιωνε σαν κύβος ζάχαρης κάτω από τον ήλιο του Μάη. Οι άνθρωποι συνομιλούσαν και καταλαβαινόντουσαν με μισή λέξη. Δεν υπήρχαν πλέον διανοούμενοι ή εργάτες, αλλά μόνο επαναστάτες, που εμπλεκόντουσαν σ’ ένα διάλογο και δημιουργούσαν ένα κλίμα επικοινωνίας, από το οποίο μόνο οι δήθεν “προλετάριοι” διανοούμενοι κι οι άλλοι θιασώτες της αρχηγίας αισθανόντουσαν αποκλεισμένοι. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η λέξη “σύντροφος” ξανακέρδιζε την αυθεντική της σημασία και, μ’ αληθινό τρόπο, σημάδευε το τέλος των διαχωρισμών. Κι αυτοί, που την χρησιμοποιούσαν με τη Σταλινική έννοια, γρήγορα καταλάβαιναν ότι το να μιλούν την γλώσσα των λύκων τους εξέθετε τουλάχιστον σαν μαντρόσκυλα. Οι δρόμοι ανήκαν σ’ αυτούς, που τους έσκαβαν να βγάλουν τις πέτρες.

Η καθημερινή ζωή, ξαφνικά ανακαλυμμένη πάλι, γινόταν το κέντρο όλων των δυνατών κατακτήσεων. Άνθρωποι, που πάντα δούλευαν στα κατειλημμένα γραφεία, δήλωναν ότι δεν μπορούσαν πλέον να ζήσουν όπως πριν, ούτε έστω και λίγο καλύτερα από πριν. Ήταν ολοφάνερο απ’ την αυγή της επανάστασης ότι από τότε κι ύστερα δεν θα υπήρχαν άλλες αποκηρύξεις, μόνο ίσως κάποιες οπισθοχωρήσεις τακτικής. Όταν καταλήφθηκε το Οντεόν, ο διευθυντής του βρισκόταν στο πίσω μέρος της σκηνής. Μετά την αρχική έκπληξη, προχώρησε λίγα βήματα μπροστά κι αναφώνησε: “Τώρα που το πήρατε, κρατήστε το, μην το ξαναεπιστρέψετε, πρώτα κάψτε το!” Και το γεγονός ότι το Οντεόν, που βρέθηκε μόνο για λίγες στιγμές στα χέρια των σκλάβων του πολιτιστικού κάτεργου, δεν κάηκε, δείχνει ότι απλώς γευθήκαμε τους πρώτους καρπούς.

Ο χρόνος της εκμετάλλευσης είχε σταματήσει. Χωρίς τρένα, μετρό, αυτοκίνητα ή δουλειά, οι απεργοί ανακαταλάμβαναν τον χρόνο, που τόσο μελαγχολικά χανόταν μέσα στα εργοστάσια, στους αυτοκινητόδρομους, μπροστά στην τηλεόραση. Οι άνθρωποι έκαναν περίπατους, ονειρευόντουσαν, μάθαιναν πώς να ζουν. Οι επιθυμίες άρχιζαν να γίνονται, λίγο-λίγο, πραγματικότητα. Για πρώτη φορά, η νεολαία υπήρχε στην πραγματικότητα. Όχι σαν κοινωνική κατηγορία, που είχε ανακαλυφθεί για τις ανάγκες της εμπορευματικής οικονομίας από κοινωνιολόγους κι οικονομολόγους, αλλά μόνο σαν πραγματική νεολαία, με ζωή, που βιώνονταν χωρίς το νεκρό χρόνο, η οποία απέρριπτε χάρη της ζωντάνιας την καταπιεστική αναφορά στην ηλικία. “ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ! – ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ-ΠΕΣΙΜΙΣΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ,” έγραφε μια επιγραφή. Η ριζοσπαστική θεωρία, στην οποίαν έδιναν την φήμη ότι είναι τόσο πολύ δύσκολη οι διανοούμενοι, που ήσαν ανήμποροι να την ζήσουν, γινόταν χειροπιαστή για όλους εκείνους, που την αισθανόντουσαν μέσα στην πιο μικρή χειρονομία της άρνησής τους και, γι’ αυτό, δεν είχαν και το παραμικρό πρόβλημα να φανερώσουν πάνω στους τοίχους τις θεωρητικές διατυπώσεις αυτού που επιθυμούσαν να ζήσουν. Μια νύχτα στα οδοφράγματα ήταν το μόνο που τα μαύρα μπλουζόν χρειαζόντουσαν για να πολιτικοποιηθούν και να βρεθούν σε πλήρη σύμπτωση απόψεων μαζί με το πιο προχωρημένο τμήμα του κινήματος των καταλήψεων. (...)

Η διακοπή της εργασίας, σαν η ουσιαστική φάση ενός κινήματος, που κάθε άλλο παρά μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν κατανοούσε τον επαναστατικό του χαρακτήρα, υπενθύμιζε σ’ όλους την αρχέγονη κοινοτοπία ότι η αλλοτριωμένη εργασία παράγει την αλλοτρίωση. Το δικαίωμα στην τεμπελιά διαβεβαιωνόταν όχι μόνο με το γνωστό γκράφιτι, όπως το “ΠΟΤΕ ΕΡΓΑΣΙΑ” ή το “ΖΗΣΤΕ ΧΩΡΙΣ ΝΕΚΡΟ ΧΡΟΝΟ, ΑΠΟΛΑΥΣΤΕ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΣΤΟΛΕΣ,” αλλά πάνω απ’ όλα με την απελευθέρωση της ευχάριστης δραστηριότητας, με την χαρά του παιχνιδιού. Ο Φουριέ είχε ήδη επισημάνει πόσες πολλές ώρες θα χρειαζόντουσαν οι υπάλληλοι του δήμου, για να καθαρίσουν ένα οδόφραγμα, το οποίο οι διαδηλωτές το είχαν σηκώσει μέσα σε λίγα λεπτά. Η εξαφάνιση της καταναγκασμένης εργασίας υποχρεωτικά συνέπιπτε με την ελεύθερη ροή της δημιουργικότητας μέσα σ’ οποιαδήποτε σφαίρα: στο γκράφιτι, στην γλώσσα, στη συμπεριφορά, στην τακτική, στις τεχνικές μάχης, στις διαδηλώσεις, στα τραγούδια, στα πόστερ, στα κόμικ. Έτσι, όλοι ήταν ικανοί να μετρήσουν το ποσό της ενέργειας της δημιουργικότητας, που είχε συνθλιβεί στις περιόδους της επιβίωσης, τις μέρες που ήσαν καταδικασμένες στην παραγωγή, σε ψώνια, στην τηλεόραση και στην παθητικότητα, που αναδεικνυόταν σαν ύψιστη αρχή. Με τον ίδιο μετρητή Γκάιγκερ μπορούμε να εκτιμήσουμε την θλίψη του ελεύθερου χρόνου, όταν πληρώνουμε για να καταναλώνουμε, βαριεστημένα, τα ίδια τα εμπορεύματα, που εμείς παράγουμε πάλι με πλήξη. “ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΟ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ, Η ΠΑΡΑΛΙΑ,” ανήγγειλε χαρούμενα ένα ποίημα τοίχου. (...)

του René Viénet




22 Ιουνίου 2010

Πίνοντας Νερό από τη Θάλασσα της Γάζας

Η Αμίρα Χας είναι γνωστή Ισραηλινή δημοσιογράφος που αγωνίζεται εδώ και χρόνια για τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Το 1991 ήταν η πρώτη Ισραηλινή δημοσιογράφος που πήγε να ζήσει την Λωρίδα της Γάζας, για να καλύψει για λογαριασμό της εφημερίδας "Χαάρετς" τις εξελίξεις ενόψει των συμφωνιών του Όσλο.
Το 1996 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο στα εβραϊκά, με τίτλο "Πίνοντας Νερό από τη Θάλασσα της Γάζας"(Λιστότ Μάιμ αλ άζα στα εβραϊκά, Drinking the Sea at Gaza στα αγγλικά), όπου καταγράφει τις εμπειρίες της από εκείνη την εποχή ελπίδας... Το βιβλίο εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι συμφωνίες του όσλο δεν "περπάτησαν" και φθάσαμε στην δεύτερη ιντιφάντα το 2000.
Η Αμίρα Χας ζει σήμερα στην Ραμάλα και συνεχίζει να στέλνει ανταποκρίσεις και απόψεις για τις εξελίξεις στα κατεχόμενα. Το βιβλίο που ανέφερα παρά τις προσπάθειες δεν εκδόθηκε τελικά στα ελληνικά. Ακολουθεί ένα ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου, που αναφέρεται στο γιατί επέλεξε να πάει στην Γάζα και πως αντιμετώπισε τους ανθρώπους της, αλλά και τους επιφυλακτικούς συμπατριώτες της.

Απόσπασμα

Όποιος ήξερε να μιλά εβραϊκά μου μιλούσε στην γλώσσα μου με απόλυτη φυσικότητα. Στο σπίτι, στο γραφείο, στο βενζινάδικο, στην αγορά μέσα στο στρατόπεδο των προσφύγων, στην κηδεία ενός κοριτσιού στο Χαν-Γιούνες, που σκοτώθηκε από ριπές του ισραηλινού στρατού μισή ώρα μετά την άρση του αποκλεισμού, σε διαδήλωση υπέρ των κρατουμένων και στον γάμο ενός από τους αδελφούς της. Στα σπίτια κάποιων από αυτούς πέρασα αρκετά βράδια όταν ο αποκλεισμός και οι επιδρομές του ισραηλινού στρατού κυριαρχούσαν τη νύχτα. «Τι θα απογίνεις αν οι άνθρωποι με τα καλυμμένα πρόσωπα ανακαλύψουν ότι ανάμεσά τους υπάρχει μια Εβραία;» με ρώτησε στο Τελ-Αβίβ κάποιος, γνωστός, κατά τα άλλα, φιλοάραβας. Εκείνη την εποχή ήμουν πολύ συχνά φιλοξενούμενη του Ράτζι Σουράνι και του καθηγητή Χαϊντέρ αμπντ αλ-Σάφι. Ξαφνιάστηκα με την ερώτηση – ούτε είχε περάσει από το μυαλό εκείνων που με φιλοξενούσαν. Αυτή η ερώτηση δεν απασχόλησε ποτέ εκείνους που με δεχόντουσαν στα σπίτια τους, στο στρατόπεδο των προσφύγων είτε στη Ραφίαχ είτε στο Σάτι. Η φυσικότητα με την οποία με δεχόντουσαν, με την οποία διαφωνούσαμε ή και τσακωνόμασταν μερικές φορές, μπορεί να δώσει απάντηση στους πολλούς που με ρωτούσαν «Πώς είναι δυνατό να μη φοβάσαι;» Γνώρισα την Γάζα μέσα από τα μάτια ζωντανών ανθρώπων, όχι μέσα από το παράθυρο ενός στρατιωτικού τζιπ, ή ενός ανακριτικού γραφείου της Σαμπάκ - των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ- ή τις επίσημες ανακοινώσεις.
Πόσο στρεβλή ήταν η εικόνα για τη Γάζα και τους κατοίκους της, το ανακάλυψα στην αρχή του 1991. Για να εξασφαλίσω τα προς το ζην, δούλευα ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «ΧΑΑΡΕΤΣ». Τον ελεύθερο χρόνο μου μετείχα εθελοντικά στο έργο της οργάνωσης «Βοήθεια για τον Eργαζόμενο», που ασχολιόταν με τα προβλήματα των εργατών από τα κατεχόμενα και με τα παράπονά τους ενάντια στους ισραηλινούς εργοδότες τους. Έτσι άρχισα να έχω επαφή με τους ανθρώπους της Γάζας και την ζωή τους. Η Άντα Όσπιζ, συνάδελφος στην εφημερίδα εκείνη την εποχή, ενθουσιάστηκε με την ιδέα να γράφω σχετικά με αυτό το θέμα. Το έκανα για πάνω από ένα χρόνο. Η δικηγόρος Ταμάρ Πέλεγκ, που δούλευε τότε στην οργάνωση για τα δικαιώματα του πολίτη στο Ισραήλ, μου έδωσε τα πρώτα ονόματα ανθρώπων που άξιζε να μιλήσεις μαζί τους – όλοι «πελάτες» της από την εποχή της σύλληψής τους ή της φυλάκισής τους για συμμετοχή στην πρώτη Ιντιφάντα, που κράτησαν την επαφή και τις φιλικές σχέσεις μαζί της. Και εκείνη τους επισκεπτόταν συχνά. Πρώτος από όλους ήταν ο δικηγόρος Ράτζι Σουράνι.
Τα υπόλοιπα ήρθαν φυσιολογικά. Ο κύκλος των γνωριμιών μου όλο και δειρυνόταν και συνεχώς ανακάλυπτα ότι είχα ακόμα να μάθω πολλά για αυτό τον μικρό και πολυπληθή τόπο. Μετά τη συμφωνία του Όσλο, μου πρότειναν να γίνω ανταποκρίτρια της εφημερίδας στην Λωρίδα και να παρακολουθώ από κοντά τις εξελίξεις. Μου φάνηκε απόλυτα φυσικό να μετακομίσω στην Γάζα, όπως κάθε δημοσιογράφος που τον στέλνουν σε μια άλλη χώρα. Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να γνωρίσουν την κοινωνία και να μιλήσουν για εκείνη, αν δεν ζήσουν μέσα σε αυτή; Επί τρεις μήνες, από τον Δεκέμβριο του 1993, άλλαξα διάφορα σπίτια στην περιοχή. Μετά, για πάνω από δυόμισι χρόνια, έζησα σε διάφορα νοικιασμένα διαμερίσματα. Τα χρόνια που απλώς επισκεπτόμουν την Γάζα, αλλά και τα χρόνια που έζησα εκεί, φρόντιζα πάντα να ξέρουν όλοι ότι ήμουν Ισραηλινή και Εβραία.
Αυτή την απάντηση δίνω σε όσους αναρωτιούνται στο Ισραήλ, πώς βρέθηκα στη Γάζα και γιατί μένω εκεί. Πρόκειται βέβαια για μια μερική και απλοϊκή απάντηση. Την ολοκληρωμένη απάντηση την άφηνα συνήθως στην άκρη.
Ένα μέρος της απάντησης έχει σχέση με τις αναμνήσεις της μητέρας μου, που, ακούγοντάς τες από παιδί, έγιναν και δικές μου αναμνήσεις. Όταν κατέβηκε η μητέρα μου από το τρένο, μαζί με όλους αυτούς που είχαν μεταφερθεί από το Βελιγράδι, και την πήγανε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν, διέκρινε μια ομάδα Γερμανίδων. Μερικές από αυτές περπατούσαν, άλλες ήταν πάνω σε ποδήλατα. Σταμάτησαν και κοιτούσαν με μεγάλη περιέργεια την πομπή. Η εικόνα αυτή με έκανε να μη θέλω πια να παρακολουθώ τις εξελίξεις από μακριά. Από μικρή αποφάσισα ότι δεν θα ακολουθήσω αυτή την τακτική.
Το πρώτο πράγμα που με τράβηξε στη Γάζα δεν έχει σχέση με κάποια περιπετειώδη διάθεση ή κάποιο είδος τρέλας, όπως υποστήριζαν κάποιες απόψεις που κυκλοφορούσαν. Η Λωρίδα της Γάζας κρύβει για μένα μέσα της όλη την ιστορία της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης. Αποτελεί το μεγάλο πλήγμα του ισραηλινού κράτους, την ανοικτή πληγή μας. Ένοιωθα την ανάγκη τα γνωρίσω τους ανθρώπους – με σάρκα και οστά – οι ζωές των οποίων ορίζονται από τη δική μου κοινωνία και από τη δική μου ιστορία, από τότε που οι γονείς τους ή οι παππούδες τους εκδιώχτηκαν από τα χωριά τους, το 1948. Φαίνεται ότι η επιθυμία μου να ζήσω στη Γάζα, πηγάζει από τον φόβο μου να παρακολουθώ από μακριά, από την ανάγκη μου να καταλαβαίνω με κάθε λεπτομέρεια την ιστορική και πολιτική πραγματικότητα, που έχει σχέση απόλυτα με το κράτος του Ισραήλ.
Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι κάτι ιδιαίτερο με συνδέει με τα στρατόπεδα των προσφύγων και τα χωριά των Παλαιστινίων, ότι εκεί αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, σε αυτή την πρόσκαιρη μονιμότητα, με νοσταλγία για κάθε κόκκο άμμου και με την έξαψη που φουντώνουν οι σειρές από δέντρα. Μόνο αργότερα, και μόνο σε μερικούς φίλους στο Ισραήλ ή στην Γάζα, μπόρεσα να εξηγήσω ότι αυτή ήταν η κληρονομιά των γονιών μου, πως ένα χαρμάνι μέσα από την ίδια μου την αυτοβιογραφία με έσπρωξε προς τα εκεί.
Όταν ήμουν μικρή δεν μπορούσα να καταλάβω από που προέρχεται το χαρμάνι αυτό. Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι που επέζησαν από το Ολοκαύτωμα, κομμουνιστές, Εβραίοι από την νοτιοανατολική Ευρώπη – έννοιες που δεν μπορούσα ακόμα να κάνω τη σύνδεση μεταξύ τους. Οι ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσα, ήταν οι ιστορίες αγώνα ενός κατατρεγμένου λαού.
Στο σχολείο που πήγαινε ο πατέρας μου το ένα τρίτο των μαθητών ήταν Εβραίοι. Υπήρχε ειδική συμφωνία να πηγαίνουν και το Σάββατο στο σχολείο, να μην συμμετέχουν όμως σε διαγωνίσματα και να μην τους δίνονται γραπτές εργασίες. Μια μέρα ένας αντισημίτης καθηγητής της ιστορίας αποφάσισε να παραβιάσει τη συμφωνία και έβαλε διαγώνισμα κάποιο Σάββάτο. Σαν παιδί μου άρεσε πολύ να ακούω, πώς ο πατέρας μου, 13 χρονών τότε, ορθόδοξος Εβραίος, με μεγάλη αυτοπεποίθηση για τη θέση που κατείχε στην κοινωνία που ζούσε, οργάνωσε τους Εβραίους συμμαθητές του σε απεργία κι έπεισε και δύο μη θρήσκους μαθητές να συμμετέχουν στην απεργία. Ο διευθυντής αποφάσισε να τον διώξει από το σχολείο. Έπρεπε να χρησιμοποιήσουν μέσο, για να αλλάξει η ποινή της αποβολής για ένα μήνα που του είχαν επιβάλλει. Η οικογένεια του απευθύνθηκε στον καθηγητή των μαθηματικών, που ήταν συμπαθητικός. Του εξήγησε ότι επρόκειτο για υπεράσπιση της θρησκείας και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, και εκείνος είπε: «Ανοησίες, υπεράσπιση της θρησκείας. Είναι φανερό ότι πρόκειται για αυτόν τον μπολσεβίκο, που οργανώνει απεργίες».
Και η μητέρα μου είχε αντιμετωπίσει παρόμοια κατηγορία. Στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν, το μόνο φαγητό που έτρωγαν ήταν μια σούπα από βρασμένα γογγύλια και αυτός που την σερβίριζε δεν ενδιαφερόταν να δίνει σε όλους ίσες μερίδες. Η μητέρα μου και κάποιες φίλες της ανέλαβαν να μοιράσουν το φαγητό και υποσχέθηκαν να το μοιράσουν δίκαια. «Τι νομίζετε ότι είναι εδώ; Σοβιέτ;» της φώναξε ο διοικητής του στρατοπέδου. Οι φίλες της επίσης κρατούσαν τσίλιες μη και εμφανιστεί κανένα καρφί, την ώρα που η μητέρα μου έγραφε κρυφά και παράνομα ημερολόγιο, σε κομμάτια χαρτί. Κρυφά επίσης έκανε μαθήματα στα παιδιά του στρατοπέδου, δραστηριότητα που έβαζε τη ζωή όλων σε κίνδυνο.
Η οικογένεια του πατέρα μου εξορίστηκε στο γκέτο της Τρανσνίστρια, όπου οι γονείς του πέθαναν. Εκεί υπήρχε ένα ζαχαροπλαστείο. Όσοι είχαν τα μέσα και κάποιοι από την Judenrat, ήταν οι μόνιμοι πελάτες, ενώ πεινασμένα παιδιά στεκόντουσαν έξω και κοίταγαν με τα διάπλατα μάτια τους. Όταν μιλούν για την μοίρα του Εβραϊκού Λαού, εγώ βλέπω-μέσα από τις αναμνήσεις του πατέρα μου- τα μάτια αυτών των παιδιών.
Και η μητέρα μου θυμόταν τον καθηγητή της των μαθηματικών, που ήταν ένας από τους ήρωες της παιδικής μου ηλικίας. Πηγαίνοντας στο σχολείο, φορτωμένη βιβλία και τετράδια, έπρεπε να περάσει και από το φούρνο να δώσει έναν τεράστιο δίσκο με πίτες που είχε ετοιμάσει η μητέρα της. Ήταν μια υποχρέωση που της έδινε στα νεύρα και λίγο ενοχλητική επειδή έπεφτε στην μικρότερη της οικογένειας. Στο δρόμο, η μητέρα μου συνάντησε τον Εβραίο καθηγητή της των μαθηματικών- τον Μαρσέλ Σνάιντερ- και, πάντα θυμόταν πώς εκείνος υποκλίθηκε μπροστά της και έβγαλε το καπέλο του. Όλοι γνώριζαν το μυστικό του ότι ήταν κομμουνιστής. Κατά την διάρκεια του πολέμου ήταν αντάρτης, τον πιάσανε, και οι Γερμανοί τον κρέμασαν. Στο εβραϊκό μουσείο στο Βελιγράδι, κάποτε ανακάλυψα με έκπληξη τη διαταγή που αναφερόταν στην εκτέλεσή του.
Μια πόλη ανεκτική, σχεδόν ειδυλλιακή, αυτό ήταν το Σεράγεβο πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι παρουσιάζεται μέσα από τις αναμνήσεις της μητέρας μου. Ο ιμάμης να καλεί σε προσευχή, οι καμπάνες των εκκλησιών και οι ψαλμωδίες του Σαββάτου στα Λαντίνο, ήταν η μουσική της παιδικής της ηλικίας. Άνθρωποι και των τριών θρησκειών ζούσαν εκεί μαζί, πήγαιναν στην ίδια τάξη στο σχολείο, μετά πήγαιναν μαζί στο πανεπιστήμιο, γινόντουσαν μαζί άθεοι και γραφόντουσαν σε κομμουνιστικές οργανώσεις. Το μοναδικό ίσως χαστούκι που έδωσε ποτέ η μητέρα μου, ήταν σε έναν μουσουλμάνο φοιτητή που κορόιδευε τους Εβραίους. Αργότερα όμως τα βρήκαν.
Ευτυχώς, γεννήθηκα μετά τον θάνατο του Στάλιν. Ο κομμουνισμός στο σπίτι μας είχε να κάνει με την καθημερινότητά μας, με τη συμμετοχή σε απεργίες εργατών και σε διαδηλώσεις ανέργων, με τη γιορτή της εργατικής πρωτομαγιάς, με διαδηλώσεις ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς που ίσχυε για τους Παλαιστινίους που ζούσαν ως πολίτες του κράτους του Ισραήλ, με την έντονη αντίδραση κατά των σχέσεων του τότε πρωθυπουργού Μπεν Γκουριόν με την Δυτική Γερμανία, και την απαίτηση να μην πωλούνται όπλα σε ξένες χώρες. Η αστυνομία ερχότανε στο σπίτι μας πολλές φορές, πότε για να ανακρίνει την μητέρα μου, άλλοτε για να συλλάβει τον πατέρα μου, επειδή έπαιρνε μέρος σε «παράνομες διαδηλώσεις». Τώρα πια καταλαβαίνω πόσο μας είχε συνεπάρει η σοσιαλιστική ουτοπία, προσπαθώντας να ξεφύγουμε από το χάος που είχε επέλθει μετά το Ολοκαύτωμα. Το χάος αυτό ακόμα μας κυνηγάει και δεν ξέρω κατά πόσο όλες αυτές οι ουτοπίες με επηρεάζουν ακόμα.
Όταν άρχισα στην ηλικία των 13-14 χρόνων να ψάχνω πόσο με επηρεάζουν τα όσα είχε γράψει ο Μαρξ και οι άλλοι μαρξιστές, η μητέρα μου άρχισε να ξεφυλλίζει «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο» που κρατούσα στα χέρια μου. «Κοίτα», είπε δείχνοντάς μου την τελευταία πρόταση. «Κοίτα πώς τον αγνόησαν ακόμη και στο ίδιο μας το κόμμα: δημιουργείται το κόμμα, μέσα στο οποίο η ελεύθερη εξέλιξη του κάθε ατόμου, αποτελεί τον όρο της ελεύθερης εξέλιξης του συνόλου». Αυτή ακριβώς η ευαισθησία για τον άνθρωπο, αυτό το χαρμάνι, που δημιουργήθηκε μέσα μου, από πολύ νωρίς, η αποστροφή για οποιαδήποτε ιδεολογία και πρακτική που θεωρούνταν «ιδανική» ή «σωτήρια», ήταν που επηρέασαν την κατοπινή μου συμπεριφορά.
Ήμουν 5 ετών όταν ρώτησα τους γονείς μου γιατί τελικά ήρθαν στο Ισραήλ αφού ποτέ τους δεν ήταν σιωνιστές. Την απάντηση την πήρα καμιά εικοσαριά χρόνια αργότερα, όταν ζούσα για δύο χρόνια στο Άμστερνταμ. Εκεί αισθάνθηκα, με όλο μου το είναι, πόσο βαθύ είναι, και πόσο πολύ πονάει, το χάσμα που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη μετά το 1945, πόσο αυτή η ξένη πλέον ήπειρος απέβαλε τους Εβραίους που έζησαν σε αυτήν για εκατοντάδες χρόνια. Δεν ήταν μόνο η συνεργασία των περισσότερων με τη ψύχωση που είχε καταλάβει τη Ναζιστική Γερμανία, ούτε η αδιαφορία με την οποία δέχτηκαν την απομάκρυνση και την σταδιακή εξολόθρευση των Εβραίων, ήταν κυρίως ο απόλυτος φυσικός τρόπος με τον οποίο δέχτηκαν το κενό που δημιουργήθηκε. Σήμερα πια ξέρω ότι το κενό αυτό- οι αγαπημένοι τόποι που θα θύμιζαν για πάντα την δολοφονία των συγγενών και φίλων- ήταν που οδήγησε τους γονείς μου, μαζί με χιλιάδες άλλους που επέζησαν, να φύγουν, να επιλέξουν μια καινούργια πατρίδα με ελιές, πορτοκαλιές, φραουλιές και έναν ήλιο καυτό και λαμπερό. Εμένα μου λείπουν τα τοπία της δικής τους παιδικής ηλικίας. Εγώ γεννήθηκα μέσα στο κατακίτρινο χρώμα της Ιερουσαλήμ και στον ξερό αέρα της ερήμου. Αλλά πάντα παραμένει σφηνωμένη στη μνήμη μου η τελευταία φορά που οι γονείς μου έστριψαν το κεφάλι, για να αντικρίσουν το σπίτι που αγάπησαν και από το οποίο εκδιώχτηκαν. Η ανάμνηση αυτή ήταν που τους έκανε, όταν έφθασαν στο Ισραήλ το 1949, να αρνηθούν να κατοικήσουν σε σπίτια Παλαιστινίων προσφύγων.

peacenik

21 Ιουνίου 2010

Παρουσίαση του βιβλίου "οι άνθρωποι που κύκλωσαν το άλφα".


Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Παρουσίαση του βιβλίου "οι άνθρωποι που κύκλωσαν το άλφα". το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία του ελευθεριακού κινήματος στην ισπανία κατα τη διάρκεια της δικτατορίας 1939 - 1977

Share/Save/Bookmark

14 Ιουνίου 2010

Ο Τσε στα ελληνικά


με αφορμή τη σημερινή μέρα ,14 Ιουνίου τη γενέθλια μέρα του Τσε .....

Η πρώτη έκδοση κειμένου του Τσε στην Ελλάδα δεν έγινε από κάποια οργάνωση ή εκδοτικό οίκο της αριστεράς, αλλά από το επίσημο περιοδικό του στρατού: τον Ιανουάριο του 1962, η "Γενική Στρατιωτική Επιθεώρησις" (μηνιαία έκδοσις του ΓΕΣ) δημοσίευσε -με τον τίτλο "Ανορθόδοξος Πόλεμος"- "το δεύτερον κεφάλαιον εκ του εγχειριδίου του Κουβανού Γκουεβάρα, επιτελάρχου του Φιντέλ Κάστρο, περί ανταρτοπολέμου". Πρώτος έλληνας μεταφραστής του Τσε, από την ανάλογη έκδοση του αμερικανικού περιοδικού "Army", ήταν έτσι ο αντισυνταγματάχης Π. Γιαννακόπουλος!
Το άρθρο αυτό και μια ομιλία του Τσε -που δημοσιεύθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο περιοδικό "Αντιιμπεριαλιστής" της οργάνωσης "Φίλοι Νέων Χωρών"- θα είναι οι μόνες δημοσιεύσεις κειμένων του Γκεβάρα στα ελληνικά μέχρι τα μέσα περίπου της δικτατορίας. Το 1969 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 'Φως' "Η Επανάσταση στην Κούβα" (σε μετάφραση Φ. Κομνηνού) ενώ τον Αύγουστο του 1971 στο 2ο τεύχος του περιοδικού "Νέοι Στόχοι" δημοσιεύεται το "Μήνυμα στην Τριηπειρωτική" ("2,3,... πολλά Βιετνάμ"). Μέχρι τα πρώτα χρόνια της Μετραπολίτευσης, εκδόθηκαν και τα υπόλοιπα βασικά κείμενά του: "Ο Ανταρτοπόλεμος" (μτφ. Φ. Χατζιδάκη-Σ. Σιδερά), "Ημερολόγιο Βολιβίας" (μτφ. Φ. Κομνηνού), "Πολιτικά Κείμενα" (2 τόμοι, σε μετάφραση Λιλής Ζωγράφου & Μπάμπη Λυκούδη) · από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησε επίσης, σε μετάφραση Γ. Παπαγιαννέα, το "Σοσιαλισμός και άνθρωπος" (1972).


Με την αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος, την τελευταία δεκαετία έχουν επανεκδοθεί -σε νέες μεταφράσεις- μια επιλογή από πολιτικά κείμενά του ("Κείμενα", μτφ. Χρ. Πάντζου, Σύγχρονη Εποχή 1988) και οι αναμνήσεις του από το αντάρτικο της Κούβας ("Το ημερολόγιο του επαναστατικού πολέμου", μτφ. Δ. Κωστελένιος, `Το Ποντίκι' 1996). Λίγο μετά την πρώτη έκδοσή τους σε διεθνές επίπεδο, το 1993, κυκλοφόρησαν και οι αναμνήσεις του από το νεανικό του ταξίδι στη Λατ. Αμερική ( "Λατινοαμερικάνα. Ημερολόγιο από ένα ταξίδι με μοτοσικλέτα", μτφ. Ντίνας Σιδέρη, εκδ. Νέα Σύνορα 1994).


Προς το παρόν, μοναδική αποτίμηση της σκέψης του Τσε στα ελληνικά παραμένει το βιβλίο του Michael Lowy "Ο Τσε Γκεβάρα και ο μαρξισμός" (Καρανάσης 1973). Παράλληλα κυκλοφορούν δυο βιογραφίες του, που δυστυχώς δε συγκαταλέγονται στις καλύτερες του είδους. Η πρώτη, από το φίλο του Ricardo Rojo ("Τσε Γκουεβάρα. Η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου", εκδ. Δημιουργία), γράφτηκε βιαστικά το 1968 προκειμένου να ανταποκριθεί στο τεράστιο ενδιαφέρον που προκάλεσε ο θάνατος του κομαντάντε στη Βολιβία · η δεύτερη, από το γάλλο συγγραφέα Ζάν Κορμιέ ("Τσε Γκεβάρα", εκδ. Καστανιώτη), χαρακτηρίζεται επίσης από μια κάποια προχειρότητα. Εξαιρετικά περιορισμένο όσον αφορά την οπτική του γωνία είναι το βιβλίο του κουβανού Φροϊλάν Γκονσάλες, πρώην στελέχους του κουβανικού Υπ. Εσωτερικών, και της συζύγου του Α.Κουπούλ ("CIA κατά Τσε", Σύγχρονη Εποχή 1997). Έμμεση αναφορά στον Τσε συνιστούν τέλος οι αναμνήσεις ενός από τους λιγοστούς επιζήσαντες του βολιβιανού αντάρτικου ( Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες "Οι επιζήσαντες σύντροφοι του Τσε", Καστανιώτης 1997), που ξεκινά με τη σύλληψη του θρυλικού κομαντάτε.

politikokafeneio

Share/Save/Bookmark

12 Ιουνίου 2010

Το Δόγμα του "Σοκ" (The Shock Doctrine)

Η Ανοδος του Καπιταλισμού της Καταστροφής (The Shock Doctrine: The Rise of Disaster Capitalism ) , νέο βιβλίο της Ναόμι Κλάιν για το "δόγμα του σοκ",






Ακολουθεί το σχετικό κειμενάκι του Μιχαηλίδη στην Ελευθεροτυπία. Πιο πολλά πάντως, μπορείτε να δείτε στο σάιτ του βιβλίου:http://www.naomiklein.org/shock-doctrine


Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, συγγραφέας, κινηματογραφίστρια και ακτιβίστρια Ναόμι Κλάιν, άρχισε να ερευνά εις βάθος το θέμα της εξάρτησης της ελεύθερης αγοράς από αυτό που η ίδια ονομάζει «δύναμη του να προκαλείς σοκ», πριν από 5 χρόνια περίπου, τον πρώτο καιρό της αμερικανικής εισβολής και κατάληψης του Ιράκ. Εκεί, αρχικώς, οι Αμερικανοί απέτυχαν να εφαρμόσουν την πολιτική της «σοκ θεραπείας» στους δυστυχείς Ιρακινούς, που δεν επέτρεψαν στους εισβολείς να αντιμετωπίσουν την καταστροφή της χώρας τους ως ευκαιρία (κατά το περίφημο «δόγμα Φρίντμαν»), αλλά μόνον ως τραγωδία.

Η ΚΛΑΪΝ ταξίδεψε λίγο μετά στη Σρι Λάνκα. Δεν είχαν περάσει πολλοί μήνες από το ολέθριο τσουνάμι του 2004. Και εκεί, όπως γράφει τώρα στο τελευταίο της βιβλίο «The Shock Doctrine - The Rise of Disaster Capitalism» (Το Δόγμα του Σοκ - Η Ανοδος του Καπιταλισμού της Καταστροφής), είδε «μιαν άλλην εκδοχή της ίδιας μανούβρας». Δηλαδή, «ξένοι επενδυτές και διεθνείς οίκοι δανεισμού ένωσαν τις δυνάμεις τους, ώστε, εκμεταλλευόμενοι το κλίμα του πανικού που επικρατούσε τότε στη χώρα από τη μεγάλη καταστροφή, να ξεπουλήσουν όλες τις πανέμορφες ακτές σε μεγάλους εργοληπτικούς και επιχειρηματικούς ομίλους, που αμέσως έσπευσαν να κτίσουν τεράστια ξενοδοχειακά συγκροτήματα, εμποδίζοντας έτσι εκατοντάδες χιλιάδες απλούς ψαράδες, που ζούσαν σε κείνες τις περιοχές, να ξαναφτιάξουν τα χωριά τους κοντά στη θάλασσα».

ΕΙΧΕ ακολουθήσει, τότε, και μια εκπληκτικής κυνικότητας ανακοίνωση της κυβέρνησης της χώρας, που έλεγε ότι «κατά ένα σκληρό παιχνίδι της μοίρας, η φύση παρουσίασε στη Σρι Λάνκα μία μοναδική ευκαιρία, μέσα από την καταστροφή που μας βρήκε, να εξελιχθεί σε παγκόσμιας κλάσεως τουριστικός προορισμός». Εάν θυμάστε καλά, ίδια «μανούβρα», εκμετάλλευσης της κατάστασης σοκ, στην οποία βρίσκεται ένας λαός ύστερα από μια μεγάλη φυσική καταστροφή, πραγματοποίησε και η δική μας κυβέρνηση πέρυσι το καλοκαίρι όταν, ενώ έκαιγαν ακόμα οι φωτιές στην Ηλεία, έσπευσε να χαρίσει προς τουριστική ανάπτυξη μια τεράστια παραλιακή έκτασή της...

ΠΑΡΟΜΟΙΑ επιχείρηση «να μπούμε μέσα να τα σαρώσουμε όλα, τώρα που ο κόσμος και το κράτος είναι ακόμα σε κατάσταση σοκ», είδε η Ναόμι Κλάιν να εφαρμόζεται και στη Νέα Ορλεάνη, αμέσως μετά το φοβερό «κτύπημα» από τον τυφώνα Κατρίνα το 2005. Εκεί, λέει, οι Ρεπουμπλικανοί θεωρητικοί, «πιστοί απόστολοι» του «Δόγματος Φρίντμαν», ότι «μόνο μία κρίση -πραγματική ή και κατασκευασμένη- μπορεί να επιφέρει πραγματικές αλλαγές», μαζί με τους land developers, τους εργολάβους «και λοιπά όρνεα», άρχισαν να μιλάνε για «καθαρές λύσεις» και «συναρπαστικές ευκαιρίες» για «ριζικές μεταρρυθμίσεις». Αποτέλεσμα; Μέσα σε μόλις 19 μήνες «όλο το σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης στη Νέα Ορλεάνη είχε αντικατασταθεί από ιδιωτικά σχολεία-τσάρτερ. Απολύθηκαν και οι 4.700 εκπαιδευτικοί στα δημόσια σχολεία, ενώ οι λίγοι, νεώτερης ηλικίας, που επαναπροσλήφθηκαν από τα σχολεία-τσάρτερ (σ.σ.: ίδιας φιλοσοφίας με τις ναυλωμένες πτήσεις!) υπέγραψαν συμβόλαια με πολύ χαμηλότερες απολαβές».


«Ενα θαυμάσιο, γενναίο και τρομακτικό βιβλίο. Τίποτα λιγότερο από τη μυστική ιστορία αυτού που αποκαλούμε "ελεύθερη αγορά". Θα έπρεπε να ήταν υποχρεωτικό ανάγνωσμα». Λόγια της Ινδής συγγραφέως και ακτιβίστριας, Αρουντάτι Ρόι, για το τελευταίο βιβλίο «Το Δόγμα του Σοκ - Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής», της δημοσιογράφου και κινηματογραφίστριας Ναόμι Κλάιν, που είναι μπεστ σέλερ στον κατάλογο της «Νιου Γιορκ Τάιμς» και στο οποίο αναφερθήκαμε στο χθεσινό μας «Αναγνωστικό».

Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι, έπειτα από μια μεγάλη καταστροφή (Δίδυμοι Πύργοι, Ιράκ, τυφώνας Κατρίνα, τσουνάμι κ.λπ.) και ενώ «ο λαός βρίσκεται σε κατάσταση σοκ», αυτοί που ονομάζει «καπιταλιστές της καταστροφής» μπαίνουν αμέσως στο παιχνίδι και, στο όνομα της «ανασυγκρότησης», αποτελειώνουν τη δουλειά «της μεγάλης καταστροφής», εξαλείφοντας ό,τι απέμεινε από «τη δημόσια σφαίρα» και «τις ριζωμένες κοινωνίες» και προχωράνε τάχιστα στην επιβολή «μιας εταιρικής Νέας Ιερουσαλήμ».

Ο Μάικ Μπατλς το παραδέχεται με τον πιο στυγνό και κυνικό τρόπο. «Για μας», λέει, «ο φόβος και η αταξία μάς πρόσφεραν μεγάλες και πραγματικές ευκαιρίες». Ποιος είναι ο Μπατλς; Πρώην στέλεχος (βλέπε: πράκτορας) της CIA, μόλις 35 ετών σήμερα, και ιδιοκτήτης της μη έμπειρης και σχετικά άγνωστης εταιρείας παροχής υπηρεσιών ασφάλειας (άλλως «σεκιούριτι»), που κέρδισε συμβόλαιο αξίας περίπου 100 εκατομμυρίων δολαρίων από τη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση Μπους και τους εγκάθετούς της στο Ιράκ, λίγους μήνες μετά την εισβολή στη χώρα. «Τα λόγια του αυτά», γράφει η Κλάιν, «μπορούν θαυμάσια να γίνουν το σλόγκαν του σύγχρονου καπιταλισμού, καθώς ο φόβος και η αταξία είναι καταλύτες για κάθε καινούργιο άλμα προς τα εμπρός».

Σ' όλο της το βιβλίο η συγγραφέας αναφέρεται πολλές φορές στη λεγόμενη «Σχολή του Σικάγου», καθ' ότι ο πρώην καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, ο Μίλτον Φρίντμαν (1912-2006), τιμηθείς το 1976 με το Νόμπελ Οικονομικών και, κατά το περιοδικό «Εκόνομιστ», «πιθανώς ο οικονομολόγος με τη μεγαλύτερη επιρροή στην παγκόσμια οικονομικο-πολιτική κατάσταση στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα», ήταν εκείνος που «έκανε σχολή» γύρω από τη σκέψη ότι «μόνο μέσα από μια μεγάλη καταστροφή μπορεί να επιβληθούν πραγματικά ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις». Ο περισσότερος κόσμος, γράφει η Κλάιν, προετοιμαζόμενος για μεγάλη καταστροφή, στοιβάζει κονσέρβες και εμφιαλωμένο νερό. «Οι Φριντμανικοί στοιβάζουν ιδέες της ελεύθερης αγοράς».

Κι από κει και ύστερα, «μόλις έρθει η κρίση, είτε είναι πόλεμος είτε φυσική καταστροφή, ο Φρίντμαν έλεγε πάντοτε πως είναι καίριας σημασίας η άμεση δράση και η γρήγορη επιβολή αλλαγών, προτού η ευρισκόμενη ακόμα σε σοκ κοινωνία προλάβει να επιστρέψει στην "τυραννία του στάτους κβο"». Και πίστευε μάλιστα πως η καινούργια διοίκηση, όποια και αν είναι αυτή, και πολλές φορές είναι δικτατορική (όπως εκείνη του Πινοσέτ στη Χιλή, της οποίας μάλιστα ο Φρίντμαν ήταν σταθερός και έμμισθος σύμβουλος), πρέπει να επιβάλει τις ριζοσπαστικές, όπως τις έλεγε, αλλαγές μέσα σε 6 μήνες το πολύ, «γιατί άλλη τέτοια, χρυσή, ευκαιρία μπορεί να μην της ξαναδοθεί ποτέ»...

ΥΓ.: Το βιβλίο «Το Δόγμα του Σοκ» μόλις κυκλοφόρησε αναθεωρημένο, από τις εκδόσεις Picador πια, στην Αμερική.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 08/07/2008


Naomi Klein - The Shock Doctrine: The Rise of Disaster Capitalism



24 Μαρτίου 2010

Οικοδόμοι, οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950 - 1967

Παρουσίαση του βιβλίου της Δήμητρας Λαμπροπούλου

Κώστας Παλούκης

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της Δήμητρας Λαμπροπούλου (Δ.Λ.) με τίτλο Οικοδόμοι, οι άνθρωποι που έχτισαν την Αθήνα, 1950 - 1967, από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα. Πρόκεται για μια επεξεργασμένη εκδοχή της διδακτορικής διατριβής της που εκπόνησε στο Τμήμα Ιστορίας- Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με αρκετή καθυστέρηση και περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η ελληνική μαρξιστική ιστοριογραφία δέχεται το κριτικό κύμα των νέων επεξεργασιών πάνω σε μεθοδολογικά εργαλεία, αντιλήψεις και θεωρίες για την ιστορία που από καιρό είχαν επικρατήσει στην Ευρώπη και την Αμερική προκαλώντας έναν τεράστιο σεισμό. Αυτή την "είσοδο" θα μπορούσε να τη διακρίνει κανείς σε δύο περιόδους. Η πρώτη που διαρκεί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000 είναι ουσιαστικά η εποχή της μετάφρασης, της "διαφωτιστικής μετακένωσης" όλου αυτού του corpus εργασιών και μελετών. Θα μπορούσε να την χαρακτηρίσει κανείς ως την εποχή της "σύγχυσης" καθώς οι βεβαιότητες ανατρέπονται, ενώ οι ιστορικοί με κοινή μαρξιστική αφετηρία χωρίζονται σε στρατόπεδα και μάχονται με όρους καθαρά πολεμικούς. Η διαμάχη όμως αυτή δεν είναι άγονη. Τα παλιά επιστημονικά "παραδείγματα" ανατρέπονται και οι ιστορικοί αναζητούν νέα "παραδείγματα". Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 αρχίζουν λοιπόν να δημοσιεύονται εργασίες και μελέτες που προσπαθούν να πραγματώσουν τις νέες αυτές θεωρίες δοκιμάζοντας σε ελληνικά θέματα και σε ένα βαθμό να υπερβούν και να συνθέσουν τις αντιπαραθέσεις αυτές. Είναι, θα λέγαμε, η περίοδος που τα νέα "παραδείγματα" εκκολάπτονται και αρχίζουν να διαμορφώνονται. Οι αντιμαχόμενες σχολές παράγουν έργα άλλα πιο "καθαρά", άλλα πιο "συνθετικά", ενώ νέες διχοτομήσεις έρχονται να προστεθούν στο χώρο της ιστοριογραφίας.
Το έργο της Δ.Λ. συγκαταλεγόμενο σε αυτό το συνολικό εγχείρημα δοκιμής/σύνθεσης από την πλευρά της νέας ιστοριογραφικής σχολής βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με μια πλειάδα ξένων έργων των οποίων τα εργαλεία προσπαθεί να χρησιμοποιήσει, υπόθεση διόλου εύκολη. Η ουσιαστική εμβάνθυνση και εξοικείωσή της όμως της επιτρέπει την παρουσίασή τους και τον ταυτόχρονο υποδειγματικό χειρισμό/προσαρμογή τους πάνω στο δικό της αντικείμενο δημιουργώντας για τα ελληνικά δεδομένα πράγματι νέα ιστοριογραφικά παραδείγματα. Καταρχήν, από καθαρά μεθοδολογική πλευρά χρησιμοποιεί εργαλεία της κοινωνικής ιστορίας, της ιστορικής ανθρωπολογίας, της ιστοριογραφίας του φύλου, της πολιτισμικής ιστορίας και κυρίως της προφορικής ιστορίας. Με αρκετή σαφήνεια η ίδια περιγράφει τον μεθοδολογικό της συνθετικό στόχο: δεν είναι μόνο "ο τρόπος παραγωγής", αλλά και πως "αυτός ο τρόπος παραγωγής γίνεται πραγματικότητα, πως βιώνεται από τους εργάτες , τι είδους τροποποιήσεις, προσαρμογές περιέρχονται στην εμπειρία αυτή". Έτσι, στην παραδοσιακή προσέγγισης της εργασίας "ως αποκλειστική ή κυρίως οικονομικό μέγεθος" η Λαμπροπούλου δεν αντιπαραθέτει, αλλά προσθέτει "τις πολιτισμικές προϋποθέσεις" και "την έμφυλη συγκρότηση". Ρητά η έννοια της υποκειμενικότητας παραμένει στο επίκεντρο της συνολικής πραγμάτευσης του θέματος μέσω της επεξεργασίας των προφορικών συνεντεύξεων. Βέβαια, δεν μένει μόνο σε όσα τα υποκείμενα λένε για τους εαυτούς τους, αλλά και όσα λένε άλλα υποκείμενα για αυτά αναδεικνύοντας μια συνολικότερη διαδικασία συγκρότησης της εργατικής/ανδρικής ταυτότητας. Για αυτό το λόγο, χρησιμοποιεί και άλλες πηγές όχι απλά για να επαληθεύσει, αλλά για να καταδείξει "το πυκνό δίκτυο νοημάτων που παράγονται και διακινούνται μέσα στην κοινωνική δράση και ανταλλαγή". Ταυτόχρονα, βοηθά στην διαμόρφωση μέσα στην ελληνική ιστοριογραφία ενός ειδικού πεδίου γύρω από ζητήματα εργατικής και συνδικαλιστικής ιστορίας που απουσιάζει εν γένει ως συγκεκριμένος και διακριτός τομέας της σύγχρονης ιστορίας.
Το βιβλίο συγκαταλέγεται σε εκείνη την ιστοριογραφική σχολή που ασκεί κριτική στην παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση που θεωρεί ως πρότυπο χαρακτήρα της χειραφετημένης εργατικής τάξης με επαναστατικό προορισμό το καθαρά βιομηχανικό προλεταριάτο σε αντίθεση το a priori καθυστερημένο συντεχνιακό. Τον ντετερμινιστικό μαρξισμό που βλέπει ως νομοτέλεια την εξαφάνιση του δεύτερου και προϋπόθεση του εκσυγχρονισμού και της επανάστασης την εμφάνιση του πρώτου. Τέτοιες, προσεγγίσεις είχαν οδηγήσει σε αρκετά στρεβλές απόψεις μέσα στην ελληνική ιστοριογραφία καθώς κατέληγαν ουσιαστικά να αρνούνται την ύπαρξη της μισθωτής εργασίας στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και ουσιαστικά τον καπιταλισμό. Την ίδια στιγμή παρέβλεπαν όλοι αυτοί οι ιστορικοί μαρξιστές ότι, τόσο στο μεσοπόλεμο με τους καπνεργάτες, αρτεργάτες κλπ όσο και στον μεταπόλεμο με τους οικοδόμους, τυπογράφους κλπ, οι εξεγέρσεις, οι απεργίες και η κομμουνιστική αριστερά συνδέθηκαν μάλλον με αυτά τα συντεχνιάζοντα στρώματα παρά με τα καθαρά βιομηχανικά. Η Δ.Λ. συμβάλλει καταλυτικά στην πλήρη αποδόμηση αυτών των απόψεων.
Εκκινούμενη από την αποκαλούμενη ιστορία " απο τα κάτω" θέτει ως αντικείμενο της μελέτης της όχι μια κοινωνική κατηγορία, αλλά το ίδιο το υποκείμενο, δηλαδή τους οικοδόμους. Προτάσσει τους ίδιους τους ανθρώπους μαζί με τα νοήματα και τις απεικονίσεις που φέρουν, αλλά κυρίως μαζί το ίδιο τους το προϊόν. Είναι τα δρώντα υποκείμενα που έχτισαν την Αθήνα, που δεν είναι καθόλου αφανείς ήρωες, αλλά πρωταγωνιστές. Πρωταγωνιστούν ως βασικός πυλώνας στην διαμόρφωση της παραγωγικής, οικονομικής και πολιτικής κατάστασης της Ελλάδας, στην ίδια την μορφή της πρωτεύουσας. Η εστίαση της αφήγησης έχοντας πάντοτε ως επίκεντρο τους οικοδόμους ξεκινάει από τα "εξωτερικά" δεδομένα του αντικειμένου της οικοδομικής εργασίας και κινείται, θα λέγαμε, σταδιακά "προς τα μέσα" εντάσσοντας τα ίδια τα υποκείμενα στην αφήγηση για να εστιάσει τελικά πάνω σε αυτούς καθεαυτούς τους οικοδόμους. Ταυτόχρονα, κεντρικό στοιχείο του προβληματισμού της είναι ο ίδιος ο εκσυγχρονισμός ως διαδικασία και στόχο που μετασχηματίζει την πόλη.
Συγκεκριμένα, ξεκινάει στο πρώτο κεφάλαιο με το ζήτημα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, το ίδιο το πρόβημα της στέγης και την αντιμετώπισή του. Το ζήτημα της ιδιόκτητης κατοικίας είναι σύμφωνα με την Δ.Λ. αποτέλεσμα μιας μακράς ιδεολογικής και πολιτικής επιλογής στήριξης της μικρής ιδοκτησίας εκ μέρους του ελληνικούς κράτους και φυσικά συνδέεται άμεσα με το οξύ στεγαστικό πρόβλημα μια σαφή πλευρά του "κοινωνικού προβλήματος" που δημιούργησε η αστυφυλία λόγω των καταστροφικών και ιδεολογικών συνεπειών του εμφυλίου πολέμου στην ύπαιθρο. Η ρητορική της δεξιάς που συνέδεε το έθνος, την οικογένεια και την κατοικία προσέφερε το πλαίσιο των επίσημων αντιλήψεων οι οποίες συνδέθηκαν με πλειοψηφικές κοινωνικές πρακτικές αναδύοντας "μια ορισμένη δυναμική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας". Με επίκεντρο την ιδιωτική δραστηριότητα δημιουργούνται δύο τάσεις "η αντιπαροχή και η αυθαίρετη δόμηση". Η δεύτερη αφορούσε κυρίως λαϊκές συνοικίες απομακρυσμένες από το κέντρο. Και οι δύο τάσεις "αποτέλεσαν πρακτικές διαμέσου των οποίων τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα μπόρεσαν αφενός να εξασφαλίσουν κατοικία, αφετέρου να συμπληρώσουν τα οικογενειακά τους εισοδήματα". Στην πράξη οι οικοδόμοι έφτιαχναν τις πολυκατοικίες στο κέντρο και ταυτόχρονα έφτιαχναν τα αυθαίρετα για τον εαυτό τους. Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο η δυναμική της οικοδομικής παραγωγής περιγράφεται η κατασκευαστική παραγωγή "ως τομέας θέρμανσης και αποθέρμανσης της ελληνικής οικονομίας", ενώ το οικοδομικό προϊόν ως ένα μαζικό προϊόν. Έτσι, την μεταπολεμική περίοδο η Αθήνα μεταμορφώνεται από πόλη σε αστική περιφέρεια. Παρουσιάζεται η κυρίαρχη άποψη για τον μη παραγωγικό χαρακτήρα της οικοδομής και η εξαίρεση του Βαρβαρέσσου, αλλά και η αποδοχή της ως παραμέτρου της γενικής "προόδου του ανθρώπου".
Στο τρίτο κεφάλαιο με τίτλο "Οι οικοδόμοι μέσα από το βλέμμα των άλλων", αρχίζει να αγγίζει το ίδιο το υποκείμενο, αλλά και πάλι με έναν εξωτερικό πρώτα τρόπο. Παρουσιάζει τον λόγο των μηχανικών, την αυτοεικόνα τους ως υπεύθυνους τεχνικούς που εργάζονται για την αναμόρφωση της χώρας και παράλληλα την απαξίωση του οικοδομικού εργατικού δυναμικού. Παρουσιάζει, τους διαχωρισμούς που προκαλεί ο περιορισμένος εκμηχανισμός της κατασκευαστικής παραγωγής αναπαράγοντας σε ένα νέο πλαίσιο τους παραδοσιακούς συντεχνιακούς ρόλους και, επίσης, τις στερεοτυπικές αναπαραστάσεις που ακολουθούν την εικόνα του οικοδόμου, η οποία όμως καταλήγει να είναι πολιτική: ο οικοδόμος "από την πιάτσα, το γιαπί ή το δρόμο, άλλοτε ταράζει την εικόνα του καθημερινού τοπίου, άλλοτε πάλι συμβολίζει τη διαταραχή ως στοιχείο της ιδιοσυστασίας αυτού του τοπίου." Στο τέταρτο κεφάλαιο συσχετίζει την οικοδομική εργασία με την εσωτερική μετανάστευση και παρατηρεί ότι προϋπάρχει σχετική εμπειρία με τον ένα ή τον άλλον τρόπο ήδη στην αγορτική περιφέρεια η οποία επιτρέπει το επόμενο βήμα που είναι η μετάβαση στην Αθήνα με σκοπό την εργασία στην οικοδομή. Σε κάθε περίπτωση οι πολιτικές διώξεις λειτούργησαν καθοριστικά σε αυτήν τη μετάβαση.
Στο πέμπτο κεφάλαιο πραγματεύεται τις "Εργασιακές σχέσεις και την οργάνωση της οικοδομικής παραγωγής". Εδώ επισημαίνει την αύξηση του τεχνικού καταμερισμού των οικοδομικών εργασιών, αλλά το πιο σημαντικό είναι η σύνδεση των ειδικοτήτων με τον καταμερισμό κατά φύλο και ηλικία. Η επιμονή της Λαμπροπούλου στην έμφυλη νοηματοδότηση του οικοδόμου καταδεικνύει ακριβώς ότι η έννοιες που ακολουθούν κάθε εργατική επαγγελματική κατηγορία δεν είναι ουδέτερες από την άποψη του φύλλου ούτε εν γένει πολιτισμικά, αλλά σύμφυτες και αξεχώριστες. Όχι μόνο ο "μπεταντζής" που περιγράφεται στο βιβλίο, αλλά επίσης η "σταφιδού" παλιότερα, θα προσθέταμε εμείς, ή ο "τσαγγάρης", ο αρτεργάτης κ.α., είναι ζωντανές εργατικές ταυτότητες με συγκεκριμένα πολιτισμικά σημαινόμενα τόσο για τα ίδια τα υποκείμενα όσο και για τους άλλους που τα προσλαμβάνουν ζώντας στην ίδια κοινωνία. Στο έκτο κεφάλαιο περιγράφει την κινητικότητα των οικοδόμων μεταξύ της μισθωτής εργασίας και την αυτοαπασχόληση και ιδιαίτερα το σύστημα των υπεργολαβιών. Στο έβδομο κεφάλαιο αναλύοντας τη σχέση της φυσικής ικανότητας με την τεχνική δεξιοσύνη διερευνά πιο επισταμένα τη σωματική σύλληψη της οικοδομικής εργασίας το οποίο φέρει έναν κυρίαρχα χειρωνακτικό χαρακτήρα. Μελετά την καταστροφή του και την καταπόνηση του σώματος "ως συνεκτική ουσία ενός πολιτισμού ανδρικής υπερηφάνειας" μέσα στα γενικότερα τα πλαίσια "ενός ιστορικά διαμορφούμενου ιστορισμού" και της τεχνικής δεξιότητας ως αναπόσπατο στοιχείο της. Εστιάζει στο ζήτημα της κατοχής της τέχνης και στα μυστικά αναδεικνύοντας από άλλη πλευρά την σχέση ταξικότητας/εργασίας/ανδρισμού. Σημειώνουμε την παρατήρησή της για την τάση που παρουσιάζουν οι οικοδόμοι να άρουν την διάκριση του καταμερισμού χειρωνακτικής/διανοητικής εργασίας που επιχειρείται να εμπεδωθεί από τους μηχανικούς καθώς προσλαμβάνουν την εργασία τους ως "τέχνη", δηλαδή όχι μόνο απλά προϊόν εκτελεστικής, αλλά συνάμα και νοητικής διεργασίας.
Στο όγδοο κεφάλαιο πλησιάζει πια αρκετά κοντά το υποκείμενο περιγράφοντας τους οικοδόμους ως ανδρική κοινότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της πιάτσας ως ταξικής κοινότητας και ταυτόχρονα κοινότητας ανδρών. Το ένατο κεφάλαιο είναι η συλλογική δράση των οικοδόμων. Θέτει τις πολιτισμικές προϋποθέσεις, τη συνδικαλιστική συγκρότηση και το διεκδικητικό περιεχόμενο. Η αριστερά, οι συγκρούσεις, οι νίκες και οι αποτυχίες των οικοδόμων, ο ρόλος των οικοδόμων στο πολιτικό σκηνικό. Αξίζει η διάκριση σε επίσημο και ανεπίσημο συνδικαλισμό, όπου σημειώνεται ο ρόλος του Λυκιαρδόπουλου, η πολυμέρεια των οικοδομικών οργανώσεων, αλλά και η παρατήρηση της Λαμπροπούλου ότι η διακίνηση των αριστερών ιδεών στο οικοδομικό κίνημα παρουσίαζε μεγαλύτερη ποικιλία από όσο αφήνεται να υπονοηθεί και αφορούσε "ετερόδοξες" αριστερές ομάδες. Και πράγματι, η παρουσία των τροτσκιστών στο σωματείο των Μπετατζήδων τις δεκαετίες 1950-1960 βρίσκεται σε απόλυτη συνάφεια με την δράση των αρχειομαρξιστών σε αυτόν τον κλάδο την περίοδο 1924-1934. Ένας είδος "λαϊκού κομμουνισμού", όπως τον ορίζει, διαμορφωμένου αρχικά στον αγροτικό κόσμο συναρθρώνεται με τον ταξικό λόγο για τα δεινά της εργατικής τάξης και αναπτύσσεται μέσα σε νέες μορφές κοινωνικότητας στην πόλη επιτρέποντας τη μαζική συμμετοχή και τη στράτευση στις αριστερές οργανώσεις και τα συνδικάτα.
Αν και δε δίδεται πολύ μεγάλο βάρος στις αριστερές οργανώσεις ως οργανωμένες και συνειδητές δυνάμεις παρέμβασης και ενεργοποίησης των εργατών, δηλαδή ως "πρωτοπορείες", δεν είναι μια καθαρά ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς επικεντρώνει στους "από κάτω" ως φορείς λαϊκών αντιλήψεων και πρακτικών που εμπλέκονται με αριστερές αντιλήψεις, η Λαμπροπούλου δε φαίνεται γενικά να αρνείται μια τέτοια διασύνδεση και μάλλον το πράττει περισσότερο από ό,τι, για παράδειγμα, κάποια άλλα έργα της προφορικής ιστορίας, π.χ. Ρίκη Μπουσχότεν στο Ανάποδα χρόνια: συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών (1900-1950). Βέβαια με την προαναφερόμενη συνολικότερη προσέγγισή της εξελίσσει και υπερβαίνει αυτό που ονομάζεται "προφορική ιστορία" και προχωρά σε μια σύνθεση που βασίζεται εν μέρει μόνο σε εργαλεία της προφορικής ιστορίας. Εάν η Λουίζα Πασσερίνι πάντως προσφέρει μια εξατομικευμένη ιστορία των υποκειμένων, η Ρίκι Μπενβενίστε μια πιο συλλογικοποιημένη, η Δήμητρα Λαμπροπούλου προσθέτει σε αρκετό βαθμό την κομματική/πολιτική διασύνδεση. Πλησιάζει -- και αυτό το κάνει συνειδητά -- πιο πολύ σε μια υπέρβαση του σχήματος "από κάτω"/ "από πάνω". Το σχήμα αυτό -- το οποίο εντάχθηκε στη μελέτη της εργατικής ιστορίας με σκοπό να υπερβεί τις κομματικές ιστορίες και ηρωικές αφηγήσεις θεωρώντας τα εργατικά κόμματα έναν απόλυτο πυραμιδωτό, καθετοποιημένο και αδιαμεσολάβητο μηχανισμό εξουσίας πάνω στις αυθόρμητες τάσεις των εργατών -- υποτίμησε αρκετά τη συνθετότητα αυτών των μηχανισμών και την αλληλόδρασή τους με τους εργάτες.
Στο δέκατο κεφάλαιο μελετά την οικοδομική εργασία και τα σώματα των οικοδόμων ως κοινωνικά και πολιτικά διαμφισβητούμενα πεδία χρησιμοποιώντας τις έννοιες της βιοεξουσίας και της βιοπολιτικής για να φτάσει στο ζήτημα περί βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων. Στο ενδέκατο κεφάλαιο αναφερόμενη στα κοινωνικά δικαιώματα και την πολιτική σύγκρουση των οικοδόμων όπου τίθεται το αίτημα της κοινωνικής ασφάλισης περιγράφει την απεργία του Δεκεμβρίου του 1960. Στο κεφάλαιο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η άποψη της ότι η συλλογική δράση των οικοδόμων στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μπορεί να ιδωθεί ως ένδειξη μιας ευρύτερης τάσης εξέγερσης την οποία εμφανίζει η μεταπολεμική νεολαία. Συγκεκριμένα, η συγκρουσιακότητα της απεργία του Δεκέμβρη 1960 θα αποτελέσει μια από τις καταστατικές στιγμές στη διαδικασία διαμόρφωσης κινηματικής εμπειρίας της πολιτικής. Στο δωδέκατο κεφάλαιο περιέχονται οι ερμηνείες των ίδιων των οικοδόμων για την κοινωνική αλλαγή.
Στον επίλογο του βιβλίου συνοψίζοντας γίνεται αναφορά στη σημερινή κατάσταση του οικοδομικού κλάδου και τις αναλογίες που παρουσιάζει η εποχή των εσωτερικών οικοδόμων μεταναστών με την εποχή των αλβανών οικοδόμων εξωτερικών μεταναστών δίνοντας έτσι τη σκυτάλη στους ιστορικούς του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση αλλάζει τον τρόπο που προσεγγίζουμε την εργατική ιστορία στην Ελλάδα, ενώ πρόκειται για ένα επίκαιρο έργο που δεν αφορά μόνο ιστορικούς, αλλά και τα ίδια τα υποκείμενα στα οποία αναφέρεται και βέβαια στους επιγόνους τους.

raskolnikovgr

Αρχειο αναρτησεων

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...