Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα istoria. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα istoria. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Ιουλίου 2011

Η Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ, το τελευταίο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ

Η Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ, το τελευταίο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ, γράφτηκε μετά την έξοδό του από την φυλακή όπου παρέμεινε έγκλειστος από το Νοέμβριο του 1895 μέχρι τον Μάϊο του 1897 (για το “έγκλημα” του ότι ήταν ομοφυλόφιλος). Είναι εμπνευσμένο από την εμπειρία του συγγραφέα και αφιερωμένο στη μνήμη του κατάδικου C.T.W. που απαγχονίστηκε τον Ιούλιο του 1896 μέσα στη φυλακή.
Βγαίνοντας από τη φυλακή ο Όσκαρ Ουάιλντ εξουθενωμένος δεν βρήκε άλλη δύναμη παρά μόνο για να γράψει την «Μπαλάντα της φυλακής», κάνοντας έτσι ν’ αντηχήσουν για μια ακόμη φορά οι κραυγές απόγνωσης που βγαίνουν κάθε πρωί απ’ όλα τα κελιά. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε ακόμα να τον ενδιέφερε είναι οι κατάδικοι με τους οποίους μοιραζόνταν τον πόνο του.
Στις τελευταίες φράσεις του «De Profundis» ο Όσκαρ Ουάιλντ υπόσχεται ότι «η τέχνη μου θα ταυτίζεται απο δω και πέρα με τον πόνο». Η «Μπαλλάντα της φυλακής του Ρήντινγκ» αποτελεί την εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης.

Ποτέ δεν είδα άνθρωπο να κοιτάζει με τέτοιο πόθο τη
μικρή γωνιά του γαλάζιου, που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό...

Κι όμως. Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά κι ας το
ξέρει ο καθείς: άλλος μ' ερωτικά γλυκόλογα, ο δειλός με φιλί κι
ο αντρείος με σπαθί 
.

http://iliadasphoto.grafbb.com/t8193-topic

20 Ιουλίου 2011

Vivir la utopia - Ντοκιμαντέρ



Η ιστορία της ισπανικής επανάστασης όπως τη διηγούνται 30 πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριές της. Το ντοκιμαντέρ ξεκινά από τη διαμόρφωση του εργατικού κινήματος και των ιδεών του ελευθεριακού κομμουνισμού και την παράλληλη άνοδο της δεξιάς και του φασισμού. Στις 16 Ιουλίου του 1936 οι αναρχικοί νικούν τους φασίστες, έρχονται όμως σε ρήξη και με το ίδιο το κράτος και την εξουσία την οποία και δεν αποδέχονται. Σχηματίζεται η Επιτροπή Αντιφασιστικών πολιτοφυλακών και εγκαθιδρύεται ο ελευθεριακός κομμουνισμός. Κολεκτιβοποίηση αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, κατάργηση του χρήματος σε πολλές περιοχές. Εξίσωση δικαιωμάτων αντρών και γυναικών, νομιμοποίηση της έκτρωσης στην Καταλονία. Η κατάσταση με το στρατό του Φράνκο δυσκολεύει. Οι κομμουνιστές αποκτούν δύναμη, ενώ επανεμφανίζονται τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Η πρώτη αναρχική επανάσταση χτυπιέται από παντού. Ο Φράνκο είναι ο τελικός νικητής. Όσοι δε θέλουν να φύγουν καταλήγουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως αυτό στην Albaterra

27 Ιουνίου 2011

Σιάτλ Γενική Απεργία 1919 - Κατάληψη και οργάνωση της πόλης από τους απεργούς


Στις ΗΠΑ, το 1919 έμεινε γνωστό ως η «μεγάλη κόκκινη χρονιά» της Αμερικής. Κάπου 4,2 εκατομμύρια εργάτες κατέβηκαν σε απεργία ενάντια στις άθλιες συνθήκες δουλειάς, το αυξανόμενο κόστος ζωής, την προσπάθεια των αφεντικών να μειώσουν τους μισθούς και να πάρουν πίσω όλες τις κατακτήσεις που είχε κερδίσει το εργατικό κίνημα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πιο δυναμική εμφάνιση της ριζοσπαστικοποίησης των εργατών έγινε στην πόλη του Σιάτλ. Εκεί, το Φλεβάρη του 1919 έγινε η μεγαλύτερη Γενική Απεργία στην ιστορία των ΗΠΑ και για λίγες μέρες οι εργάτες πήραν τον έλεγχο της πόλης στα χέρια τους.

Οι παμφλέτες της Ρώσικης Επανάστασης κυκλοφορούσαν κατά χιλιάδες ανάμεσα στους εργάτες του Σιάτλ για καιρό πριν την Γενική Απεργία. Ενας δημοσιογράφος περιέγραφε χαρακτηριστικά: «Μπορούσες να δεις αυτές τις μικρές παμφλέτες παντού, στα λεωφορεία, στα φέρυ-μπωτ, τις διάβαζαν οι εργάτες των ναυπηγείων καθώς πηγαίνουν για δουλειά. Οι επιχειρηματίες του Σιάτλ σχολίαζαν το φαινόμενο με πικρία. Ηταν ξεκάθαρο σε όλους ότι αυτοί οι εργάτες μελετούσαν συνειδητά και ενεργητικά πώς θα οργανώσουν τον ερχομό τους στην εξουσία».

Η βιομηχανική ανάπτυξη του Σιάτλ κατά τη διάρκεια του Πολέμου, είχε συνοδευτεί από αύξηση του συνδικαλισμού. Οι συνδικαλισμένοι εργάτες είχαν ανέλθει από 15 χιλιάδες το 1915 στους 60 χιλιάδες μέχρι το τέλος του 1918. Επίσημα τα συνδικάτα του Σιάτλ ανήκαν στην AFL, τη Συνομοσπονδία των εργατών όλης της χώρας που αποτελούνταν από σωματεία ειδικευμένων εργατών και μαστόρων. Οι ιδέες όμως και η δράση τους ήταν τελείως διαφορετικά από την AFL που κυριαρχούνταν από συντηρητικές-συμβιβαστικές ηγεσίες. Ενας συντάκτης του Αρχείου των συνδικάτων, «μετριοπαθής» συνδικαλιστής ο ίδιος, έλεγε: «Πιστεύω ότι το 95% από εμάς συμφωνούν ότι οι εργάτες πρέπει να ελέγχουν τα εργοστάσια. Σχεδόν όλοι συμφωνούμε σε αυτό αλλά διαφωνούμε στη μέθοδο για να γίνει».

Στο κέντρο του εργατικού κινήματος ήταν οι 35.000 συνδικαλισμένοι εργάτες στα ναυπηγεία. Δυο βδομάδες μετά την ειρηνευτική συνθήκη που σήμανε τη λήξη του Πολέμου, τα συνδικάτα των ναυπηγείων αποφάσισαν να προτείνουν αυξήσεις στους μισθούς των ανειδίκευτων εργατών. Οι ιδιοκτήτες των ναυπηγείων όχι μόνο απέρριψαν το αίτημα, αλλά και προσπάθησαν να διασπάσουν τον αγώνα, προτείνοντας αυξήσεις μόνο στους ειδικευμένους εργαζόμενους. Οι τελευταίοι αρνήθηκαν τη δωροδοκία. Στις 21 Γενάρη του 1919, και οι 35.000 εργάτες των ναυπηγείων κατέβηκαν σε απεργία.

Ο επικεφαλής της κυβερνητικής επιτροπής που διοικούσε τα ναυπηγεία έστειλε στους ιδιοκτήτες τηλεγράφημα να μην δεχτούν τις αυξήσεις στους μισθούς και απείλησε με διακοπή όλων των συμβολαίων που είχαν υπογραφτεί με την κυβέρνηση. Οι εργάτες απευθύνθηκαν στο Εργατικό Κέντρο του Σιάτλ προτείνοντάς του να κηρύξει γενική απεργία.

Αρχικά τα αφεντικά γέλασαν με την απόφαση της γενικής απεργίας. Η εφημερίδα Tάιμς του Σιάτλ έγραψε ειρωνικά: «Μία γενική απεργία που θα στρέφεται ενάντια σε τι; Στην κυβέρνηση των ΗΠΑ; Ανοησίες! Ούτε το 15% των εργαζόμενων δεν πρόκειται να σκεφτεί μια τέτοια πρόταση». Κι όμως, σε μια ημέρα, 8 τοπικά σωματεία αποφάσισαν να συμμετέχουν στην απεργία. Μέσα σε δυο εβδομάδες, 110 σωματεία υιοθέτησαν την πρόταση με μεγάλες πλειοψηφίες.

Όταν η απεργία ξεκίνησε στις 6 Φλεβάρη του 1919, πάνω από 100 χιλιάδες εργάτες, σε μια πόλη 250.000 κατοίκων, βγήκαν στον αγώνα. Όχι μόνο οι 60.000 εργάτες της AFL, οι 3.500 εργάτες των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (IWW) -του επαναστατικού συνδικάτου που οργάνωνε όλους τους εργάτες- ή τα χωριστά τοπικά σωματεία των εργατών γιαπωνέζικης καταγωγής, αλλά και οι 40.000 ασυνδικάλιστοι εργάτες της πόλης δεν πήγαν για δουλειά.

Απεργιακή Επιτροπή

Με απόφαση του Εργατικού Κέντρου, την απεργία ανέλαβε να καθοδηγήσει μια Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή. Την αποτελούσαν τρεις εκπρόσωποι από κάθε σωματείο που απεργούσε, όλοι εκλεγμένοι από τη βάση. Με τη σειρά της, η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή εξέλεξε μια 15μελή διοικούσα επιτροπή. Οι εργάτες δημιούργησαν έτσι μία άτυπη «παράλληλη» κυβέρνηση που κατάφερε με εντυπωσιακό τρόπο να οργανώσει κάθε πτυχή του αγώνα.

Οι οδηγοί των απορριμματοφόρων συμφώνησαν να μαζεύουν μόνο τα σκουπίδια που θα δημιουργούσαν πρόβλημα στη δημόσια υγεία. Οι εργάτες των πλυντηρίων οργάνωσαν ένα σχέδιο κρατώντας ένα μαγαζί-πλυντήριο ανοιχτό για τις ανάγκες των νοσοκομείων. Οι πυροσβέστες συμφώνησαν να συνεχίσουν τη δουλειά τους για τα επείγοντα περιστατικά. Όλα τα οχήματα που δούλευαν είχαν πινακίδα που έγραφε «Εχει εξαιρεθεί από την Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή».

Οι οδηγοί των φορτηγών γάλακτος οργάνωσαν το δικό τους σύστημα διανομής. Εστησαν 35 αυτοσχέδιους σταθμούς γάλακτος σε διαφορετικές γειτονιές, αγόραζαν το γάλα από μικρά αγροκτήματα κοντά στην πόλη και το διένειμαν από εκεί σε όλο το Σιάτλ. Ακόμα πιο επιτυχημένο ήταν το σύστημα της σίτισης. Οι μάγειροι, οι σερβιτόροι και οι άλλοι εργαζόμενοι του κλάδου αγόραζαν τα τρόφιμα, μαγείρευαν σε κουζίνες εστιατορίων και κανόνιζαν τη μεταφορά του φαγητού σε 21 αίθουσες-εστιατόρια σε όλη τη πόλη. Αυτή η πραγματικά τεράστια επιχείρηση λειτουργούσε ομαλά από τη δεύτερη κιόλας ημέρα της απεργίας, σερβίροντας 30.000 γεύματα στους απεργούς και τις κοινότητες.

Οι απεργοί προνόησαν και για την ασφάλεια της πόλης. Δύο ημέρες πριν ξεκινήσει η απεργία, όλα τα μέλη των συνδικάτων που ήταν πρώην στρατιώτες μαζεύτηκαν και δημιούργησαν ένα σώμα επιφορτισμένο να εξασφαλίσει την ηρεμία στους δρόμους. Η «Εργατική Φρουρά Βετεράνων του Πολέμου», όπως ονομάστηκε, είχε μόνο τη πειθώ της ως μέσο, δεν κουβαλούσε όπλα. Σε όλη τη διάρκεια του αγώνα, δεν έγινε ούτε μία σύλληψη που να σχετιζόταν με την απεργία. Ο ίδιος ο στρατιωτικός διοικητής του Σιάτλ ομολόγησε ότι στα 45 χρόνια της στρατιωτικής του εμπειρίας ποτέ άλλοτε δεν είδε μια πόλη τόσο ήσυχη και σε τάξη.

Το πέρασμα της πόλης στα χέρια των εργατών και μάλιστα με τον πιο ειρηνικό τρόπο, πανικόβαλε την άρχουσα τάξη. Η αρχική τους ειρωνεία για τη γενική απεργία έγινε τρόμος. Σύμφωνα με το δήμαρχο της πόλης: «Η δήθεν απεργία συμπαράστασης στους εργάτες των ναυπηγείων ήταν μια απόπειρα επανάστασης. Το ότι δεν υπήρξε καθόλου βία, δεν αλλάζει αυτό το γεγονός. Η πρόθεση, ανακοινωμένη είτε ανοιχτά είτε με υπονοούμενα, ήταν να ανατρέψει τον καπιταλισμό. Πρώτα εδώ, μετά παντού. Πράγματι, δεν υπήρξαν πυροβολισμοί, βόμβες, δολοφονίες. Η επανάσταση, επαναλαμβάνω, δεν χρειάζεται βία. Μια γενική απεργία, όπως μπήκε σε εφαρμογή στο Σιάτλ, αποτελεί από μόνη της όπλο της επανάστασης, πολύ πιο επικίνδυνη γιατί είναι σιωπηλή. Για να πετύχει χρειάζεται να παραλύσουν τα πάντα, να σταματήσει ολόκληρη η ζωή μιας κοινωνίας. Με άλλα λόγια η κυβέρνηση καταργείται και αυτός είναι ο σκοπός μιας επανάστασης».

Βλέποντας ότι τα στρατεύματα της Εθνοφρουράς που έδρευαν στην πόλη δεν ήταν αρκετά, οι αρχές ζήτησαν ενισχύσεις. Τη δεύτερη μόλις ημέρα της απεργίας, 7 Φλεβάρη, 950 ναύτες κατέφτασαν και στρατοπέδευσαν σε στρατηγικά σημεία του Σιάτλ. Ο δήμαρχος, που έβλεπε τον εαυτό του ως «σωτήρα από τον Μπολσεβικισμό», διέθεσε 600 αστυνομικούς και διόρισε 2.400 ειδικούς αστυνομικούς, οι περισσότεροι στρατολογημένοι φοιτητές από το Πανεπιστήμιο της πολιτείας της Ουάσιγκτον. Εχοντας οργανώσει τις δυνάμεις της αντεπίθεσης, έστειλε στην Απεργιακή Επιτροπή το τελεσίγραφο να λήξει η απεργία, διαφορετικά θα κήρυττε στρατιωτικό νόμο.

Κάτω από αυτή την απειλή, η διοικούσα επιτροπή αποφάσισε στις 8 Φλεβάρη με ψήφους 13 έναντι 1 να βάλει τέλος στην απεργία. Τα μέλη της Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής ήταν έτοιμα να συμφωνήσουν, όταν σε ένα διάλειμμα της συνεδρίασής τους συναντήθηκαν με εργαζόμενους της βάσης. Η αγανάκτηση που συνάντησαν από τους εργαζόμενους τους ανάγκασε να ψηφίσουν υπέρ της συνέχισης της απεργίας.

Η πίεση της βάσης δεν ήταν παρόλα αυτά αρκετά οργανωμένη για να εμποδίσει τους ηγέτες της AFL να απειλήσουν ακόμα και με διαγραφή των σωματείων και των συνδικαλιστών που δε θα υπάκουαν στην γραμμή τους για αναστολή της απεργίας. Στις 11 Φλεβάρη η Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή αποφάσισε τη λήξη της απεργίας, σε μια συνεδρίαση στην οποία απαγορεύτηκε να ψηφίσουν οι εκπρόσωποι των εργατών στα ναυπηγεία.

Αμέσως μετά το τέλος της απεργίας, τα αφεντικά εξαπέλυσαν σκληρή επίθεση στο συνδικαλισμό με διώξεις πολλών πρωτεργατών της, ιδιαίτερα όσων ήταν μέλη των IWW. Οι εργάτες του Σιάτλ όμως, καταλαμβάνοντας μια ολόκληρη πόλη και λειτουργώντας την για λογαριασμό τους, έδειξαν τις δυνατότητες που έχει η εργατική τάξη να οργανώσει μια κοινωνία χωρίς αφεντικά. 90 χρόνια μετά, το παράδειγμά τους συνεχίζει να είναι επίκαιρο.

http://classwar.espiv.net/?p=697

1 Ιουνίου 2011

Ο κολλεκτιβισμός και η δημοκρατία της βάσης, ένα πρόταγμα προς όλες τις λαϊκές συνελεύσεις της χώρας


Στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο αναδύθηκε μια μεγάλη κοινωνικοϊστορική θεσμική δημιουργία. Την σύντομη εκείνη περίοδο (1936-1939) οι ισπανοί εργάτες και αγρότες δοκίμασαν το μεγαλύτερο ίσως κοινωνικό πείραμα: τον κολλεκτιβισμό και την δημοκρατία της βάσης.


Κολλεκτίβες - Το δημιουργικό έργο της επανάστασης

“Η πιό σημαντική επιτυχία της κοινωνικής επανάστασης της Ισπανίας ήταν η εφαρμογή στην πράξη της εργατικής αυτοδιεύθυνσης στις ελεύθερες
κολλεκτίβες των εργαζομένων της πόλης και της υπαίθρου και η ομοσπονδιακή μορφή του συντονισμού τους.” Σαμ Ντολγκοφ (Αναρχικές Κολλεκτίβες)

Η μεγάλη έκταση που πήρε η απεργία των εργατών τον Ιούλιο απέναντι στο φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα, παρέλυσε την οικονομία στη Βαρκελώνη και στις συνοικίες. Οι βιομηχανικές και εμπορικές περιουσίες εγκαταλήφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους. “Οι ανώτεροι υπάλληλοι των σιδηροδρόμων, των αστικών μεταφορών, των μεγάλων εργοστασίων μετάλλου και μηχανουργίας, της υφαντουργείας κ.τ.λ, εξαφανίστηκαν ”. Οι εργάτες αφού διακυνδίνεψαν τη ζωή τους στα οδοφράγματα βρίσκονται σε μια κατάσταση όπου τώρα είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο και τη διαχείρηση ολόκληρης της οικονομίας, και αρνιούνται να επιστρέψουν στα εργοστάσια κάτω από τις παλιές συνθήκες. “Το βιομηχανικό σύστημα αποσυντίθεται και παρουσιάζεται η ανάγκη αποκατάστασης της παραγωγής”. Τίποτα δεν είχε προετοιμαστεί και δεν υπήρχε κάποιο καθορισμένο σχέδιο. Η ιδέα της εγκαθίδρυσης μιας εκ νέου καπιταλιστικής οικονομίας ή κάποιου ολοκληρωτικού κομμουνιστικού καθεστώτος για να οργανώσει την οικονομία πάνω σε συγκεντρωτικές γραφειοκρατικές δομές, έχει αποδοκιμαστεί πλέον από το εργατικό και αγροτικό κίνημα. Αντιθέτως τα ζητήματα αυτά αντιμετωπίστηκαν, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, με αντιεξουσιαστικό κομμουνιστικό τρόπο. Το εναλλακτικό σύστημα ήταν ο κολλεκτιβισμός. Οι εργάτες ζητούν την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών και την πλήρη κολλεκτίβιστική αυτοδιεύθυνση από τους ίδιους. Και πράγματι, ένα τεράστιο κύμα κολλεκτιβοποιήσεων και συνδικαλιστικών δομών απλώθηκε σε όλη τη χώρα. Όλη σχεδόν η πολιτική και οικονομική εξουσία της βρισκόταν στα χέρια των εργατών και των αγροτών. Στις πόλεις της Βαρκελώνης η κολλεκτιβοποίηση αγκάλιασε τις οικοδομές, τη βιομηχανία μετάλλου, τα αρτοποιεία, τα σφαγεία, τις δημόσιες υπηρεσίες( γκάζι, νερό, ρεύμα), τις υπηρεσίες υγείας, την τηλεφωνία κ.τ.λ.. Από τις πρώτες κιόλας μέρες πάνω από το 70% των βιομηχανικών επιχειρήσεων κολλεκτιβοποιήθηκε από τους εργαζόμενους. Η έκταση που είχαν πάρει οι κολλεκτιβοποιημένες επιχειρήσεις κυμαινόταν από βιομηχανίες με πολλές χιλιάδες εργάτες έως και εργαστήρια με λιγότερα από εκατό μέλη. Για να διοικήσουν τις βιομηχανίες, οι συνελεύσεις των εργατών εξέλεγαν τις τεχνικές- διοικητικές επιτροπές, οι οποίες αποτελούνταν πάλι από εργάτες και είχαν κυρίως εκτελεστικά καθήκοντα. Οι εργάτες των επιτροπών δεν πληρώνονταν επιπλέον. Διεκπεραίωναν τις δουλειές τους μετά τον εργάσιμο χρόνο τους και ήταν ανακλητοί ανα πάσα στιγμή. Αυτή η δομή, η οποία να σημειώσουμε, ότι υιοθετήθηκε από τα συνδικάτα μέσα στους εργασιακούς χώρους, -καθώς οι περισσότεροι εργαζόμενοι ήταν μέλη αυτών, και κυρίως της CNT-, εφαρμόστηκε πάνω κάτω στις περισσότερες περιοχές των πόλεων .

Υπήρχαν περιοχές όπου η κολλεκτιβοποίηση ήταν μερική και περιοχές όπου δεν υπήρχε καθόλου. Έκεί υπήρχαν οι επιτροπές ελέγχου. Αυτές εκλεγμένες από τους εργάτες είχαν αποστολή να παρακολουθούν το διοικητικό προσωπικό, να ελέγχουν τα οικονομικά της εταιρίας και να μαζεύουν πληροφορίες για κάθε τι διαδικαστικό της εταιρίας , κατάσταση μηχανών, το κόστος των υλικών, τους μισθούς, τις οικονομικές απατες της διοίκησης κ.α.. Μία μορφή εργατικού ελέγχου η οποία “ ήταν ο πρόλογος της απαλλοτρίωσης: μια μεταβατική περίοδος, στη διάρκεια της οποίας οι επιτροπές ελέγχου μετατρέποταν σε τεχνικές- διοικητικές επιτροπές της μετέπειτα κολλεκτιβοποιημένης εταιρίας ” . Σε άλλες περιοχές ο κολλεκτιβισμός θα λέγαμε είχε ξεπεράσει τα όρια. Συνένωνε όλες τις συναφείς επιχειρήσεις ενός κλάδου από τις πρώτες ύλες μέχρι και τα τελικά προϊόντα. Αυτός ο τύπος ονομάστηκε “κοινωνικοποιήση”. Το καλύτερο παράδειγμα αποτελεί η ξυλουργική βιομηχανία της Καταλωνίας η οποία “υπό την καθοδήγηση της CNT, ενοποίησε όλες τις σχετικές με την ξυλεία δραστηριότητες, από την υλοτομία έως τη διανομή στο εμπόριο, αναδιοργανώνοντας πλήρως τα εργαστήρια και τα καταστήματα” . Αξίζει να σημειώσουμε ότι η αυτοδιεύθυνση παρουσίασε πολλά πλεονεκτήματα και κατάφερε να ξεπεράσει πολλά δύσκολα προβλήματα σε σχέση με την προηγούμενη διαχειριστική δομή των εταιριών. Ένδεικτικά, η Τηλεφωνικη υπηρεσία αποκαταστάθηκε μέσα σε τρείς μέρες και χιλιάδες νέες τηλεφωνικές γραμμές εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της Καταλωνίας. Ένα άλλο εκπληκτικό παράδειγμα αποτελούν οι κοινωνικοποιημένες μεταφορές. Εφτακόσια τρόλεϊ (έναντι 600) μπήκαν σε λειτουργία και κατασκευάστηκαν καινούργια θωρακισμένα (για τις πολιτοφυλακές) και νοσοκομειακά αυτοκίνητα. “Μέχρι την επανάσταση , ποσοστό 2% των ανταλλακτικών για την συντήρηση και τις επισκευές κατασκευάζοταν από την ιδιωτική επιχείρηση. Μετά την κοινωνικοποιήση και μέσα σε ένα χρόνο το ποσοστό αυτό έφθασε το 98%”(*). Θέτοντας υπό επεξεργασία τους τρόπους διαχείρησης οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, απέδειξαν όχι μόνο τον υψηλό βαθμό ικανότητας και υπευθυνότητας τους , αλλά και το πόσο δυναμική και αποτελεσματική ήταν η λειτουργία των υπηρεσιών και των επιχερήσεων όταν αυτή ετίθεντο με γνώμονα το κοινό συμφέρον αντί της ατομικής ιδιοκτησίας.

Η κολλεκτιβοποίηση στην επαρχία είχε πάρει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από τις πόλεις. Με το αντιφασιστικό μέτωπο που είχε οργανωθεί από τα συνδικάτα της CNT-FAI και της UGT στις περισσότερες περιοχές της επαρχίας απαλλοτριώνονταν οι μεγάλες ιδιοκτησίες γής των γαιοκτημόνων, μεταβιβάζονταν στα συνδικάτα (στις περισσότερες περιοχές ήταν η CNT-FAI ενώ σε άλλες υπήρχε συνεργασία αυτής και της UGT) και μαζί με τους αγρότες οργάνωναν τις πρώτες κολλεκτίβες. Εντός των κολλεκτίβων ακολουθήθηκαν κατα βάση δημοκρατικές διαδικασίες. Οι γενικές συνελεύσεις ήταν το βασικό σώμα λήψης αποφάσεων από την οποία εκλέγονταν οι διαφορες επιτροπές για να τις υλοποιήσουν. Οι περιβαλοντικές και κοινωνικές συνθήκες όπως και ο πολιτικός προσανατολισμός των κολλεκτιβιστών διαμόρφωσαν την ποικιλομορφία στην οικονομική οργάνωση των κολλεκτίβων. Υπήρχαν περιοχές όπως το Μόντμπλανκ (6.000 κάτοικοι ) όπου αντικατέστησαν το εθνικό νόμισμα(πεσέτα) με τοπικά νομίσματα που τα εκδίδανε οι ίδιοι. Στο Πενιάλμα για να καταργήσουν τον συσσώρευση πλούτου, είχαν επεξεργαστεί ένα πιστωτικό σύστημα το οποίο ανάγκαζε τους κολλεκτιβιστές να δαπανούν τα χρήματά τους αμέσως. Σε άλλες περιοχές όπου επικρατούσαν πιο ριζοσπαστικές ιδέες, κατάφεραν να καταργήσουν το χρήμα και να διανέμουν τα αγαθά σύμφωνα με τις ανάγκες και όχι σύμφωνα με την παρεχόμενη εργασία.

Ο συντονισμός μεταξύ των κολλεκτίβων βασίστηκε πάνω στις φεντεραλιστικές ιδέες των αναρχικών. Αρκεί να αναφέρουμε το παράδειγμα της Λεβάντε. Η “Ομοσπονδία Περιοχής της Λεβάντε” που οργανώθηκε από τη CNT ήταν μια αγροτική Ομοσπονδία που κάλυπτε 5 επαρχίες με πληθυσμό, στην αρχή του εμφυλίου, 1.650.000 και με ποσοστό 78% της πιο εύφορης γής της Ισπανίας. Ο αριθμός των κολλεκτίβων αυξήθηκε απο 340 το 1937 σε 900 το 1938 και το 40% του συνολικού πληθυσμού ζούσε σε αυτές. Για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι της γραφειοκρατικής οργάνωσης, κάθε εξάμηνο συγκαλούσαν γενικό συνέδριο όλων των κολλεκτίβων. Σε αυτό ανασκοπούσαν όλα τα προγράματα και τα σχέδια των κολλεκτίβων και παρέχονταν στις διοικητικές επιτροπές λεπτομερείς οδηγίες για όλα τα σοβαρά θέματα. H συνεργασία της μιας κολλεκτίβας με την άλλη γινόταν με τους συνεταιρισμούς διανομής και η συναλλαγή γινόταν είτε προϊόντα με προϊόντα είτε προϊόντα με χρήματα. Καταργώντας τους μεσάζοντες, χονδρεμπόρους,μικρεμπόρους είχε ώς αποτέλεσμα να μειωθούν κατα πολύ οι τιμές των προϊόντων. Οι συναλλαγές είχαν αρχίσει να γίνονται τόσο πολύπλοκες, αναφέρει ο Σούχι  , ώστε η ομοσπονδία αποφάσισε να ιδρύσει τράπεζα. Ο ίδιος τονίζει πως δεν επρόκειτο για καπιταλιστική τράπεζα που απέβλεπε στο κέρδος μέσω της τοκογλυφίας.

Η έμπρακτη αλληλεγύη και η αλληλοβοήθεια ήταν ένα φαινόμενο που κυριαρχούσε στις σχέσεις των κοινοτήτων. Τα κέντρα διανομής αποθήκευαν και ταξινομούσαν τα πλεονάζοντα αγαθά που έστελνε σε αυτά μια κολλεκτίβα, για να τα συντονίσουν και να βοηθηθούν άλλες που είχαν έλλειψη. Οι κολλεκτίβες αποκτούν μεγαλύτερη ακόμα αξία αν αναλογιστούμε τα μεγάλα ποσά τροφίμων που στέλνονταν στα μαχόμενα αντιφασιστικά μέτωπα της Μαδρίτης και της Αραγώνας, όπως και η φιλοξενία πολλών φυγάδων από την Καστίλλη.


http://esnafp.19.forumer.com/viewtopic.php?p=9&highlight=&sid=cfc44a503505274257687ef1e0b6551b

30 Μαΐου 2011

70 χρόνια μετά ο αντιφασιστικός - αντικατοχικός αγώνας συνεχίζεται...

Από το sansimera.gr διαβάζουμε τα εξής:
Στα τέλη Μαΐου του 1941 είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης. Ο Μανώλης Γλέζος (9/9/1922) και ο Λάκης Σάντας (22/2/1922) ήταν δύο νεαροί φοιτητές, που δάκρυζαν, όπως και χιλιάδες Αθηναίοι, βλέποντας τη γερμανική σβάστικα να κυματίζει στην Ακρόπολη. Το χιτλερικό σύμβολο προκαλούσε την ελληνική υπερηφάνεια. Έπρεπε, λοιπόν, να κατέβει…

Το παράτολμο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό τους ένα ανοιξιάτικο σούρουπο στο Ζάππειο, καθώς αντίκριζαν την Ακρόπολη και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.

Το πρωί της 30ης Μαΐου 1941, ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει. Οι Γερμανοί με προκηρύξεις κόμπαζαν για το κατόρθωμά τους. Οι δύο νέοι αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ. Όπλα δεν είχαν, παρά μόνο ένα φαναράκι κι ένα μαχαίρι. Η ώρα είχε φθάσει 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές Ελληνίδες, που πουλούσαν τον ερωτά τους, πίνοντας μπύρες και μεθοκοπώντας.

Με άγνοια κινδύνου, πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές, που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές. Φθάνοντας σε απόσταση ολίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό και με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό το μισητό σύμβολο του ναζισμού. Ήταν μία τεράστια σημαία, διαστάσεων 4x2 μ. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Οι δύο «κομάντος» δίπλωσαν και πήραν μαζί τους τη σημαία και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.

Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανικές αρχές πανικοβλημένες διέταξαν ανακρίσεις. Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.

Γλέζος και Σάντας καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.

Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην κατεχόμενη Αθήνα, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα, αλλά τεράστια απήχηση στο ηθικό των δοκιμαζόμενων Ελλήνων. Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς ιδρύθηκαν οι δύο μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις ΕΑΜ και ΕΔΕΣ.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.

Μερικά μικρά αποσπάσματα από την αφήγηση του ίδιου του Λάκη Σάντα:

Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που ένιωθα, μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ' αγωνία να βραδιάσει. Επιτέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι. Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα Προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9:30 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπίρες, έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες, απ' αυτές που πουλάν τον έρωτά τους στα Προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε απόμακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφτασε η ώρα, κυτταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν' ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ' αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την Ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο ή το Μεσολόγγι ή τον πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει
...
Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει αναθαρρήσει, να περπατάει με ψηλά το κεφάλι, ξέροντας καλά ότι το καζάνι άρχισε να βράζει πάλι...
...
Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές επικίνδυνες αποστολές και κανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ' την καρδιά από τυφλό τραύμα βλήματος. Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην Αντίσταση του λαού μας, εν ολίγοις. Αλλά τι είναι αυτά μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει ο ελληνικός λαός στα τέσσερα αυτά χρόνια της πιο σκληρής και ανελέητης σκλαβιάς που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας; Κάθε πέτρα και κάθε αγκωνάρι, κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη απάνω μιαν ολόκληρη ιστορία ηρωισμού και θυσίας για τη λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες, ήρωες, ατσάλινες ψυχές που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας και φωνάζοντας "Θάνατος στο φασισμό!!!". Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες αχολογούν ακόμα απ' τις κλαγγές των όπλων κι απ' τα κλέφτικα τραγούδια των λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμη, απ' αυτό που έπεφτε καυτό απάνω στις γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τους έκανε, αλαφιασμένοι να μην ξέρουν από πού να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!!
Θα μπορούσα να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά.

Για το τέλος, αντί για τα σωστές-αν-και-κοινότυπες- ευχές αυτές οι πράξεις να μας εμπνέουν στις εκάστοτε μάχες που δίνουν οι λαοί σε κάθε εποχή, βάζουμε ένα κείμενο που είχε δημοσιευτεί στο site της τηλεοπτικές εκπομπής "Η Μηχανή του Χρόνου" πέρσι τέτοια μέρα:

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ντοπιων λακέδων του ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Αναρτήθηκε από dakrygono

22 Μαΐου 2011

Σαν σήμερα η δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη εναντίον του Γρηγόρη Λαμπράκη

Γιατρός, αθλητής, πολιτικός, μα πάνω απ' όλα αγωνιστής της Δημοκρατίας και της Ειρήνης. Γεννήθηκε στην Κερασίτσα Αρκαδίας στις 3 Απριλίου 1912. Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του μετέβη στην Αθήνα και εισήλθε στην Ιατρική. Από τα εφηβικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και αναδείχθηκε δέκα φορές βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος, ενώ επί 23 χρόνια (1936-1959) κατείχε το πανελλήνιο ρεκόρ του αγωνίσματος.

Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Το 1943 ίδρυσε την «Ένωση των Ελλήνων Αθλητών» και διοργάνωσε αγώνες, από τα έσοδα των οποίων τροφοδοτούσε τα λαϊκά συσσίτια. Μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και το 1950 αναγορεύθηκε υφηγητής στην έδρα της Μαιευτικής και Γυναικολογίας.

Στις εκλογές «της βίας και της νοθείας», όπως έμεινε στην ιστορία η εκλογική διαδικασία της 29ης Οκτωβρίου 1961, πολιτεύθηκε με το ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος), έναν συνασπισμό αριστερών δυνάμεων με επικεφαλής την ΕΔΑ και εξελέγη βουλευτής Πειραιά. Τον ίδιο χρόνο δραστηριοποιήθηκε στο ειρηνιστικό κίνημα και με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε η «Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη» (ΕΕΔΥΕ).

Στις 21 Απριλίου 1963 η ΕΕΔΥΕ διοργάνωσε Πορεία Ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα. Η αστυνομία απαγόρευσε την πορεία και συνέλαβε πολλούς από τους διαδηλωτές, μεταξύ των οποίων και τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Λαμπράκης προστατευόμενος από τη βουλευτική του ασυλία, πραγματοποίησε μόνος την πορεία, κρατώντας ένα μικρό πανό με το σύμβολο της ειρήνης. Αμέσως μετά συνελήφθη από την αστυνομία.

Στις 22 Μαΐου 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης παρέστη και μίλησε για την ειρήνη στη Θεσσαλονίκη. Μετά το τέλος της εκδήλωσης δέχθηκε δολοφονική επίθεση σε κεντρικό δρόμο της πόλης από τρίκυκλο, στο οποίο επέβαιναν οι ακροδεξιοί Σπύρος Γκοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης. Τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε στις 27 Μαΐου 1963, σε ηλικία 51 ετών. Ο θάνατός του προκάλεσε αγανάκτηση στην κοινή γνώμη, οξύτατη πολιτική κρίση, αλλά και διεθνή κατακραυγή.

Την επομένη ένα πλήθος 500.000 ανθρώπων συγκεντρώ- θηκε στο Α' Νεκροταφείο για το «Ύστατο Χαίρε». Γρήγορα, η συγκέντρωση μετατράπηκε σε διαδήλωση καταδίκης της δεξιάς κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Παλατιού.

Φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας Λαμπράκη ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης και ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, αλλά η δικαστική έρευνα που διεξήγαγαν ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας και ο νεαρός ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης έφεραν στο φως σχέσεις των αρχών με ένα ακροδεξιό παρακράτος. Ο ανακριτής Σαρτζετάκης απήγγειλε, μάλιστα, κατηγορίες και εναντίον ανώτατων αξιωματικών της Χωροφυλακής. Οι φυσικοί αυτουργοί καταδικάσθηκαν τον Δεκέμβριο του 1966 σε πολυετή φυλάκιση και απελευθερώθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.

Η δολοφονία Λαμπράκη επιτάχυνε τις πολιτικές εξελίξεις. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αφού διερωτήθηκε «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;» εγκατέλειψε την πρωθυπουργία και την πολιτική τον Ιούνιο του 1963 και αποσύρθηκε στο Παρίσι. Χιλιάδες νέοι ίδρυσαν τον πολιτικό οργανισμό «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο προοδευτικό κίνημα της δεκαετίας του '60. Πρώτος γραμματέας της οργάνωσης ανέλαβε ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η ζωή και ο θάνατος του Γρηγόρη Λαμπράκη ενέπνευσε τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό στο περίφημο πολιτικό του μυθιστόρημα με τον τίτλο «Ζ» (Εκδόσεις Λιβάνη). Το 1969 μεταφέρεται με μεγάλη επιτυχία στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, με πρωταγωνιστές τον Υβ Μοντάν, τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν και την Ειρήνη Παπά.

Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με την προσωπικότητα και τη δράση του παραμένει και σήμερα ένα σύμβολο της Δημοκρατίας και του αγωνιζόμενου ανθρώπου κατά της πολιτικής καταπίεσης.

http://www.sansimera.gr/biographies/164

17 Μαΐου 2011

Fela Kuti - music is the weapon

Αναμνήσεις ενός μεγάλου μουσικού ήρωα, ενός απελευθερωμένου και εκσυγχρονιστικού πολιτικού αντάρτη, που αφιέρωσε τη ζωή του και το πνεύμα του στο δοκιμαζόμενο λαό της Νιγηρίας. Μουσική εξέλιξη, πολιτικός στίχος, αντίρρηση, αντίληψη και κοινωνική συνείδηση, όπλα ιδανικά και απαραβίαστα.



Ήρωας επί σκηνής
Γεννημένος στη Νιγηρία το 1938, ο Fela Kuti θεωρείται ένας από τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες στη μουσική ιστορία της Αφρικής.
Τραγουδιστής, στιχουργός, τρομπετίστας, σαξοφωνίστας και γενικά ένα ανήσυχο πνεύμα που άφησε τη δική του σφραγίδα ως ένας μεγάλος μουσικός επαναστάτης. Αλλά πάνω απ’όλα, ο Kuti ήταν ένας αυθεντικός ρήτορας και πολιτικός. Μέσα από τη μουσική και τον στίχο του κατάφερνε να περνάει μηνύματα αφύπνισης, οργής και αντίδρασης, δίνοντας στο λαό του τη σιγουριά ότι μπορεί να υπάρξει λύση, μπορεί να υπάρξει αντίδοτο στην παρακμή κι όλα αυτά σε μια χώρα όπου η ελπίδα αποτελούσε μια σπάνια πολυτέλεια.

Κάθε στίχος του μια διαμαρτυρία και κάθε νότα μια παρακίνηση. Μέσα από jazz, funk και παραδοσιακό Αφρικανικό beat, ο Kuti ερμήνευε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τις πολιτικές του απόψεις, την ιδεολογία και την αμέριστη αγάπη που έτρεφε για το λαό του.
Γεννημένος από γονείς της φυλής Yoruba, ο Kuti έμαθε από νωρίς να μάχεται για τα δικαιώματα των ταλαιπωρημένων ανδρών και γυναικών σε ένα σκληρό και αδιάλλακτο καθεστώς και σε μια εποχή όπου ο λαός της Νιγηρίας διψούσε για έναν ήρωα.

Μουσική και Πάνθηρες
To 1958 o Fela εστάλη στο Λονδίνο για να σπουδάσει φαρμακευτική, όπου όμως ματαίωσε τα σχέδια των γονιών του αποφασίζοντας να σπουδάσει μουσική στο Trinity College of Music. Εκεί δημιούργησε το πρώτο μουσικό του σχήμα, τους Koola Lobitos, παίζοντας σε ρυθμούς Afrobeat, σε ένα μοναδικό μουσικό πάντρεμα Αμερικανικής jazz και Αφρικανικού beat. Το 1961 παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα, Remilekun Taylor (Remi) όπου αποκτούν 3 παιδιά. Λίγα χρόνια αργότερα ο Fela θα βρεθεί με την μπάντα του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου και ανακάλυψε το κίνημα Black Power, την ισχυρή και εκρηκτική ιδεολογία των Μαύρων Πάνθηρων που στιγμάτισε τον Fela, επηρεάζοντας τη μουσική και την πολιτική του ιδεολογία για το υπόλοιπο της ζωής του.

Επιστρέφοντας στη Νιγηρία το 1970, ιδρύει την εταιρία Kalakuta Republic, στούντιο ηχογραφήσεων αλλά και μια μορφή κοινότητας για τα μέλη της οικογένειάς του και του συγκροτήματος, που αποτελούντο από μουσικούς, τραγουδίστριες και χορεύτριες απίστευτης ομορφιάς και χορευτικής κίνησης, ξεκινώντας από κει και έπειτα μια τρελή ανοδική πορεία προς την επιτυχία και δημιουργώντας ένα θρύλο γύρω από το όνομά του. Το 1977 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Zombie”, ένα άλμπουμ άμεσα απευθυνόμενο στα πρόσωπα των εξαπατημένων στρατιωτών της Νιγηρίας, που χάνουν τον εαυτό τους, υπακούοντας στις σκοτεινές διαταγές διεφθαρμένων στρατηγών και πολιτικών. Η αναπάντεχη επιτυχία του άλμπουμ έμελλε να εξοργίσει την κυβέρνηση σε τέτοιο βαθμό, όπου ξεκίνησε μια σειρά επιθέσεων κατά του Fela, προσπαθώντας διακαώς να διασύρουν το όνομά του με οποιοδήποτε κόστος.

Αδιαλλαξία εκ κυβερνήσεως
Το πιο συγκλονιστικό γεγονός στη ζωή του Fela, αυτό που τον ώθησε ακόμα περισσότερο να επαναστατήσει γεμίζοντας τον με απέχθεια απέναντι στη βαρβαρότητα της τότε κυβέρνησης, ήταν το 1977, όταν Νιγηριανοί στρατιώτες, κάτω από τις διαταγές ενός στρατηγού ονόματι Obasanjo, εισέβαλαν στο σπίτι του Fela, βασάνισαν και κακοποίησαν τον ίδιο και την οικογένειά του, βίασαν τις γυναίκες και πέταξαν την ηλικιωμένη μητέρα του από το παράθυρο, με αποτέλεσμα να υποκύψει αργότερα στα τραύματά της. Επίσης, έκαψαν την εταιρία και το στούντιο, καταστρέφοντας ολοσχερώς το μουσικό εξοπλισμό και τις ηχογραφήσεις τους συγκροτήματος. Η κίνηση αυτή της κυβέρνησης να του κλείσει το στόμα φοβούμενη τη μεγάλη δημοτικότητά του, είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που αναμενόταν. Ο Fela δεν έδειξε αδυναμία, δεν έδειξε φόβο ούτε και υποχώρησε στα πιστεύω του. Απλά δίπλα στην οργή προστέθηκε η αίσθηση της απότομης ωρίμανσης και “ενηλικίωσης” ενός αιώνιου εφήβου όπως ήταν ο Fela. Το 1978 προβαίνει σε μια αυθόρμητη και αμφιλεγόμενη πράξη ενάντια στο απεχθές κατεστημένο, αποφασίζοντας να παντρευτεί και τις 27 χορεύτριες και τραγουδίστριες της μπάντας, μαρκάροντας έτσι την επέτειο εισβολής του στρατού στην κοινότητα του.

Με την επανάσταση του 1979, όπου ο λαός πήρε την εξουσία στα χέρια του, ο Kuti ξεκίνησε τη δική του πολιτική καμπάνια με το κόμμα “MOVEMENT OF THE PEOPLE” (ΜΟP). Το στρατιωτικό καθεστώς ήρθε ξανά στην εξουσία το 1983, όπου την ίδια χρονιά ο Kuti συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 5 χρόνια φυλάκιση. Απελευθερώθηκε το 1986, τρία χρόνια αργότερα, όταν και πάλι άλλαξε η κυβέρνηση.

Ο Fela συνέχισε να κυκλοφορεί άλμπουμ αλλάζοντας για άλλη μια φορά το όνομα της μπάντας σε Egypt 80, κάνοντας άφθονες πετυχημένες περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική, εξακολουθώντας ταυτόχρονα να είναι πολιτικά ενεργός. Το 1986, συμμετείχε στη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστείας στο New Jersey, παρέα με τον Bono, τον Carlos Santana και τους Neville Brothers.




Η αρχή του τέλους
Από το 1990 και μετά ο Fela σταμάτησε να κυκλοφορεί άλμπουμ και αποσύρθηκε σε μια πιο ήρεμη ζωή, με τις φήμες να πληθαίνουν ότι πάσχει από μια σοβαρή και ανίατη ασθένεια στην οποία αρνιόταν οποιαδήποτε ιατρική βοήθεια. Το ΑΙDS, το οποίο είχε πάρει τερατώδεις διαστάσεις τη δεκαετία του ’90 είχε χτυπήσει και τη δική του πόρτα. Το 1997 υπέκυψε στην ασθένεια, αφήνοντας πίσω του πάνω από 80 μουσικά άλμπουμ, συνεντεύξεις και αναμνήσεις από έναν μεγάλο μουσικό ήρωα, έναν απελευθερωμένο και εκσυγχρονιστικό πολιτικό, που αφιέρωσε τη ζωή του και το πνεύμα του στο δοκιμαζόμενο λαό της Νιγηρίας.

Χωρίς να διαθέτει ουτοπιστικές απαιτήσεις, γνωρίζοντας καλά ότι ο κόσμος δεν μπορεί να αλλάξει σε μια μέρα, ο Fela κατόρθωνε έτσι ταπεινά και περήφανα να προσφέρει την ψυχή του μέσα από τη μουσική, κάνοντας τον κόσμο να χαμογελά και να χορεύει, ξυπνώντας αρχέγονα ένστικτα και μακρινές αναμνήσεις μιας ενωμένης φυλής.


http://www.asante.gr/stiles/2009-08-28-14-04-22/31-2009-08-31-10-42-47/536-felakuti.html

16 Μαΐου 2011

Ο διωγμός των Ελλήνων μεταναστών, το 1918 στο Τορόντο

ΤΟΡΟΝΤΟ ΚΑΝΑΔΑΣ 3 γενιές πίσω οι έλληνες ήταν οι αλλοδαποί που ήρθαν και "άλλαξαν το κέντρο της πόλης" "που πήραν τις δουλειές μας".
Αφιερωμένο όχι στους φασίστες αλλά σε εσάς που είστε το ρουφιανάκι του αφεντικού και μετά σας φταίνε οι μετανάστες για την κατάντια σας....

7 Μαΐου 2011

Γιατί ηττήθηκε το ΕΑΜ;

Μία εναλλακτική πολιτική ανάγνωση της ήττας του μεγαλειώδους κινήματος της Εθνικής Αντίστασης.

Γιατί το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, το μεγαλύτερο κίνημα που δημιουργήθηκε ποτέ στον Ελλαδικό χώρο, το οποίο έφτασε να αριθμεί 2.000.000 μέλη και 100.000 ένοπλους αγωνιστές, και το οποίο ουσιαστικά νίκησε τόσο τους Γερμανούς όσο και τους ταγματασφαλίτες, οδηγήθηκε στη συμφωνία της Βάρκιζας και, συνεπακόλουθα, στον ανηλεή διωγμό και αφανισμό; Πώς έφτασαν οι δυνάμεις της Αριστεράς στη θέση του κυνηγημένου και του διωγμένου κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας;

Η γερμανική κατοχή δημιούργησε ένα κενό εξουσίας στον Ελλαδικό χώρο – η παραδοσιακή πολιτική εξουσία, απομακρυσμένη στο Κάιρο ήταν ανύπαρκτη από τους αγώνες του λαού για ελευθερία και έλαβε την απαξίωση που της έπρεπε. Οι δοσίλογοι, μισητοί στα μάτια του λαού δεν είχαν καμία πιθανότητα να αντιμετωπίσουν την ορμητική αγωνιστικότητα των μαζών και διεσώθησαν μόνο χάρη στη στήριξη των Γερμανών και, στη συνέχεια, των Άγγλων. Το κενό που δημιουργήθηκε αποτέλεσε το ιδανικό έδαφος μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ένα μεγαλειώδες κίνημα, που περιλάμβανε από μαχητικές απεργίες και διαδηλώσεις (που κατάφεραν να αναστείλουν την επιστράτευση που σχεδίαζαν οι Γερμανοί), συσσίτια και παράνομο τύπο, μέχρι εντυπωσιακές αντάρτικες ενέργειες και λαϊκή αυτό-οργάνωση στα χωριά της Ελεύθερης Ελλάδας. Μία πραγματική αναγέννηση, μία κοσμογονία έλαβε χώρα στα βουνά της Ελλάδας: πολιτιστικές δραστηριότητες, αυτό-μόρφωση, λαϊκά δικαστήρια, μία διοικητική δομή που ποτέ ως τότε δεν είχαν γνωρίσει τα απομακρυσμένα ορεινά χωριά και η οποία αγκαλιάστηκε από την πρωτόγνωρη συμμετοχή χιλιάδων απλών ανθρώπων που για πρώτη φορά πήραν τις ζωές τους στα χέρια τους.

Πολλά έχουν ακουστεί και γραφτεί, κυρίως σχετικά με το ρόλο της Αγγλίας, και μετέπειτα των ΗΠΑ, στην τελική συντριβή της Αριστεράς. Αν και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον κομβικό ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων (αφού είναι πασιφανές πως δίχως τη στρατιωτική συνδρομή τους, οι ντόπιες εθνικόφρονες δυνάμεις δεν θα είχαν καμία τύχη απέναντι στον ΔΣΕ, πόσο δε μάλλον απέναντι στον ΕΛΑΣ νωρίτερα) , όλες οι σχετικές αναλύσεις τείνουν να υποβαθμίζουν, ή και να αγνοούν ολότελα, τις ευθύνες του ίδιου του ΚΚΕ, και συγκεκριμένα το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούσε το κεντρικό του πολιτειακό αίτημα, η λαγοκρατία.

Το αίτημα της λαγοκρατίας, αν και αρχικά συνεπήρε τις αντιστεκόμενες μάζες (…γιατί έχει πρόγραμμα λαγοκρατία, ζήτω-ζήτω το ΕΑΜ), αποδείχθηκε προβληματικό μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Ο λαός, εξουθενωμένος μετά από 4 χρόνια κατοχής, στερήσεων και σκοτωμών, δεν ήταν πρόθυμος να δεχθεί μία κυβέρνηση λαγών. Το (πολιτικά ανώριμο, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων) αίτημα για λαγοκρατία δεν βρήκε απήχηση σε ένα λαό ρημαγμένο, ο οποίος επιθυμούσε την επάνοδο στην ομαλότητα και μία ελεύθερη ζωή.

Αν στις ιαχές του πλήθους στην πλατεία Συντάγματος στις 18 Οκτωβρίου 1944 για ‘λαγοκρατία’ ο πολιτικάντης υπάλληλος των Άγγλων Γεώργιος Παπανδρέου ο Α’, εξαφανισμένος στο Κάιρο τα πύρινα χρόνια της Αντίστασης, έφτασε στο σημείο να απαντήσει το ιστορικό ‘πιστεύομεν και εις την λαγοκρατίαν’, αυτό το έκανε καθαρά για λόγους σκοπιμότητας, σε μια λαϊκίστικη προσπάθεια ενσωμάτωσης και αδρανοποίησης ενός κινήματος που είχε μόλις βγει νικηφόρο απέναντι στις δυνάμεις του ναζισμού. Ξεκάθαρα άνθρωπος των Άγγλων, ο Γεώργιος Παπανδρέου κέρδιζε απλώς χρόνο – γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η επερχόμενη Αγγλική επέμβαση, αλλά κυρίως η σταδιακή εξασθένιση της απήχησης του αιτήματος για λαγοκρατία, θα εξασφάλιζαν στην ντόπια αστική τάξη την επάνοδο στην εξουσία.

Γιατί είναι αλήθεια ότι η λαγοκρατία ήταν ξένη προς την πολιτική κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας. Το ΚΚΕ έχει κατηγορηθεί –και σωστά- ότι δεν ανέπτυξε ποτέ θεωρία και πρακτική προσαρμοσμένη στα ελληνικά δεδομένα, προσκολλημένο όπως ήταν στη Μόσχα. Αυτός ο δογματισμός έμελλε να του στοιχίσει τελικά τη νίκη – η ιστορία είναι αμείλικτη: κάτι που πετυχαίνει σε μία κοινωνία, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα συμβεί και σε μία άλλη. Μακριά λοιπόν από κάθε έννοια μηχανιστικού ντετερμινισμού, μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά πως η μεταπολεμική ελληνική κοινωνία δεν ήταν διατεθειμένη να παραδώσει το τιμόνι της χώρας στους λαγούς, όσο και αν επιθυμούσε όντως μια βαθιά πολιτική και πολιτειακή τομή. Δεν υπήρχε η ιστορική εμπειρία, δεν υπήρχε η κατάλληλη θεωρητική προετοιμασία, δεν υπήρχε τελικά η εμπιστοσύνη στην εξουσία των λαγών.

Και φυσικά η ντόπια και η ξένη αντίδραση το χρησιμοποίησε αυτό στο έπακρο, διαστρεβλώνοντας φρικτά την έννοια της λαγοκρατίας και τρομοκρατώντας τον λαό σχετικά με τις υποτιθέμενα ολέθριες συνέπειες που θα είχε μία κυβέρνηση λαγών (θα σας πάρουνε τα σπίτια και τα χωράφια, θα σας σφάξουνε, κτλ.).

Και να λοιπόν που οι προπολεμικοί άρχοντες του τόπου, όλοι αυτοί που τα χρόνια του αγώνα υπήρξαν απόμακροι, αδιάφοροι έως και εχθρικοί απέναντι στην Εθνική Αντίσταση, χωρίς καμία λαϊκή νομιμοποίηση, πλήρως απαξιωμένοι στα μάτια της κοινωνίας (όπως και μερικοί από τους ίδιους παραδέχονταν), η παραδοσιακή λοιπόν πολιτική και οικονομική εξουσία, που είτε συνεργάστηκε με τον κατακτητή είτε λούφαζε στο Κάιρο, βρέθηκε να ξανακυβερνά τον τόπο.

Η συνέχεια είναι γνωστή – τη βιώνουμε ως τις μέρες μας…

http://metexnio.blogspot.com/2011/01/blog-post.html


5 Μαΐου 2011

Όταν ο Βέγγος έπαιξε μπάλα


Στις 20 Μαρτίου του 1978 διεξήχθη στο ιστορικό γήπεδο της ΑΕΚ ένα φιλικό παιχνίδι ανάμεσα σε Ηθοποιούς και Δημοσιογράφους. Η αναμέτρηση πραγματοποιήθηκε για την ενίσχυση του ταμείου των καλλιτεχνών καθώς είχαν κατέβει σε απεργία λόγω της κόντρας τους με τη κρατική τηλεόραση η οποία δεν τους αναγνώριζε τα πνευματικά δικαιώματα.

Η "Αθλητική Ηχώ" μάλιστα φιλοξενούσε την προηγούμενη μέρα δηλώσεις του Θανάση στις οποίες "απειλούσε" ευθέως τους αντιπάλους με το δυνατό του όπλο... τα γρήγορα του πόδια! "Θα τους σκάσω στο τρέξιμο και θα βάλω δύο γκολ" ήταν η χαρακτηριστική ατάκα του.

Την επομένη μέρα ο Βέγγος πέρασε στο παιχνίδι στο δεύτερο ημίχρονο προκαλώντας ντελίριο στους 40.000 φιλάθλους στις εξέδρες, όπως βλέπετε και στο χαρακτηριστικό πρωτοσέλιδο. Μάλιστα οι δηλώσεις του ήταν προφητικές καθώς σκόραρε 2 τέρματα από το σημείο του πέναλτι σε ένα ματς στο οποίο οι Δημοσιογράφοι επικράτησαν με 5-3.


Στη συνέχεια δέχθηκε την κίτρινη κάρτα από τον διαιτητή Ζλατάνο τον οποίο ήθελε να... "λιντσάρει" ο κόσμος για αυτήν την απόφαση του. Ο ίδιος όμως φρόντισε να "ηρεμήσει" το πλήθος και αφού υποκλίθηκε στον ρέφερι, έκανε δύο βήματα πίσω και σήκωσε τα χέρια ψηλά!

Λίγο αργότερα θα περάσει η Δέσποινα Στυλιανοπούλου στη θέση του αλλά ο αγώνας δεν γίνεται να συνεχιστεί καθώς οι εκδηλώσεις λατρείας για τον Θανάση είναι μοναδικές. Ο Γιάννης Αργυρίου γράφει χαρακτηριστικά στην "Ηχώ":

"Ο Βέγγος γίνεται αλλαγή αλλά το παιχνίδι δεν γίνεται να συνεχισθεί. Δεν είναι δυνατόν να συνεχισθεί. Γύρω από τον αγωνιστικό χώρο βρίσκονται 5.000 θεατές που σε κάθε διακοπή προσπαθούν να μπουν μέσα.

Αυτό κάνουν και τώρα που ο Βέγγος αποχωρεί χαιρετώντας τα πλήθη σαν τον μεγάλο μπαλαδόρο που αναγκαστικά εκγκαταλείπει. Ο Ζλατάνος αναγκάζεται να σφυρίξει τη λήξη του αγώνος δίνοντας έτσι τέλος και στο ασταμάτητο γέλιο".

Φυσικά μετά το τέλος του φιλικού, ο Θανάσης συνέχισε το ρεσιτάλ με τον μοναδικό του τρόπο. Αρχικά πήγε από τα αποδυτήρια των δημοσιογράφων και αφού άνοιξε την πόρτα τους είπε: "Καλοί μου άνθρωποι, συγνώμη αν σας κούρασα"!

Αργότερα στις... καθιερωμένες δηλώσεις τόνισε: "Ναι μωρέ... βρίσκομαι σε τρομερή φόρμα. Σκέφτομαι φέτος να κάνω μεταγραφή. Άλλωστε έχω προτάσεις από το εξωτερικό. Θα προτιμήσω ελληνική ομάδα, διότι έχει ωραία θάλασσα και άλλα"!

http://www.sport24.gr/football/ellada/otan_o_veggos_magepse_ws_podosfairisths.851558.html

4 Μαΐου 2011

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ : Σικάγο 1886

Μπροσούρα για την ιστορία της εργατικής πρωτομαγιάς στο Σικάγο το 1886 και για τα γεγονότα που συνεβησαν στον Ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στην Θεσσαλονική την Πρωτομαγιά του 1936.
Πατήστε στην εικόνα για να διαβάσετε την μπροσούρα..

http://ipposd.wordpress.com/2011/05/01/%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA/

28 Μαρτίου 2011

Η επανάσταση του 1834 στην Ελλάδα

Από τις 30 Απρίλη του 1834 και για περίπου έναν μήνα τράβηξε η δίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και άλλων ταραχοποιών στοιχείων της εποχής, για “συνωμοσία επί σκοπώ του να ταράξουν την κοινήν ησυχίαν, και καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις την ληστείαν και τον εμφύλιον πόλεμον, και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα, και υπογραψάντων εις Τριπολιτσάν περί τα τέλη Ιουλίου του αυτού έτους αναφοράν προς ξένην δύναμιν και παρακινησάντων και άλλους υπηκόους της Α.Μ. να υπογράψουν επί σκοπώ καταργήσεως της Υψηλής Αντιβασιλείας, ήγουν του καθεστώτος πολιτεύματος“. Η κατηγορία μοιάζει περίεργη καθώς αφορά τον “αρχιστράτηγο” της επανάστασης του 1821, καταξιωμένο μέσω μιας σειράς στρατιωτικών νικών που ωστόσο δε στάθηκαν ικανές να εξασφαλίσουν μια επιτυχία της επανάστασης, που πολύ γρήγορα απώλεσε κάθε κοινωνικό ανατρεπτικό περιεχόμενο (“Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν, και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν… Ο κόσμος να γλυτώση, απ’ αύτην την πληγή, κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη“) για να καταλήξει στην εδραίωση μιας νέας εξουσίας μέσω ασκήσεων εθνοκάθαρσης, με αποκορύφωμα την άλωση της Τριπολιτσάς, στο πλιάτσικο της οποίας ο Κολοκοτρώνης επίσης διέπρεψε. Συνέπεια αυτής της συρρίκνωσης της επαναστατικής διαδικασίας και προκειμένου να “εξασφαλιστεί” η έκβαση της “επανάστασης”, χωρίς επανάσταση, μέσω μιας πολεμικής ανάμειξης των “Μεγάλων Δυνάμεων” (όχι πολύ διαφορετικής απ’ τη σημερινή στη Λιβύη) ήταν και η βαυαροκρατία ως επιβεβλημένη κρατική ρύθμιση των ανταγωνισμών μεταξύ των διαφόρων φατριών που εποφθαλμιούσαν την εξουσία (και είχαν οδηγήσει ήδη σ’ έναν εμφύλιο στα 1825) και των προστατιδών “Μεγάλων Δυνάμεων” με τις οποίες η καθεμιά ταύτιζε τα συμφέροντά της. Το σύρσιμο ενός παλιού αγωνιστή ευρείας αποδοχής όπως ο Κολοκοτρώνης στα δικαστήρια, δεν ήταν απλά μια ευνοϊκή κίνηση προς τα αγγλικά συμφέροντα εις βάρος των ρωσσικών που μάλλον εξέφραζε, αλλά και μια σαφής προειδοποίηση προς κάθε οπλαρχηγό -και όχι μόνο- που ενδεχομένως ν’ αμφισβητούσε το ποιός έχει πλέον το κουμάντο.

Η καταδίκη εις θάνατον του Κολοκοτρώνη (μετατράπηκε στη συνέχεια σε ισόβια κάθειρξη), ήταν ταυτόχρονα και μια ταπείνωση όλων των παλιών αγωνιστών της επανάστασης που τέθηκαν μετεπαναστατικά στο περιθώριο και πολλοί μάλιστα ξανά στην παρανομία, αυτή τη φορά απέναντι στη ελληνική χωροφυλακή και μετέπειτα την αστυνομία, σε μια γραμμή παράλληλη προς τους κοινωνικούς αγώνες, που περνάει απ’ τον Νταβέλη και φτάνει μέχρι τις μέρες μας με τους Παλαιοκωσταίους. Εκτός απ’ την οργή των περιφρονημένων οπλαρχηγών όμως (υπό το πρίσμα και της δημιουργίας μισθοφορικού στρατού από Γερμανούς και τον αποκλεισμό έτσι απ’ το στρατιωτικό εισόδημα των παραδοσιακά μωραϊτικων οικογενειών) υπήρχαν και μιά σειρά κοινωνικών συνθηκών. Η βαυαρική συγκεντρωτική νομοθεσία που καταργούσε τις παραδοσιακές μορφές τοπικής αυτοδιοίκησης και αστικοποιούσε το κοινωνικό υλικό εξαθλιώνοντας τους αγρότες και υποτάσσοντας την ύπαιθρο στην πόλη, η ληστρική φορολογία (25-35% αντί της οθωμανικής δεκάτης=10%), τα επαχθή δάνεια του 1824-5 και 1832 και η ακρίβεια, ενέτειναν τον αναβρασμό.

Οι παλιοί αγωνιστές φίλοι και συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δεμένοι μεταξύ τους με σχέσεις συμπολεμιστή, ήταν και που αποτέλεσαν τη σπίθα της επανάστασης του 1834, που ξέσπασε τέλη Ιουλίου στην Μεσσηνία. Τοποθεσία καθόλου τυχαία, μιας και τα αρβανίτικα Σουλιμοχώρια της, αποτελούσαν τα “Εξάρχεια” της εποχής, με τους στρατιωτικο-κοινωνικά αυτοδιοικούμενους΄Νδρέδες να βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση με τις οθωμανικές αρχές κρατώντας μακριά τους εντεταλμένους τους, κάτι που εξασφάλιζε παραδοσιακά ένα είδος “άσυλου” στα χωριά τους για τους κάθε φυλής και θρησκείας καταδιωγμένους απ’ τον νόμο.

“Απεφασίσαμε, να ανακτήσωμεν τα πολιτικά μας δίκαια δια της δυνάμεως, του μόνου και τελευταίου μέσου προς εδραίωσιν του καταπιεζομένου λαού“

Ο Γιαννάκης Γκρίζαλης κι ο πεθερός του Μητρο-Πέτροβας, ο Μήτρος κι ο Κόλιας Πλαπούτας, ο Νικήτας Ζερμπίνης (ανηψιός του Κολοκοτρώνη) κι ο Αναστάσης Τζαμαλής μαζεύοντας μικρές δυνάμεις παλιών αγωνιστών κηρύσσουν την επανάσταση στα Σουλιμοχώρια, με μια προκήρυξη στην οποία πρωτοεμφανίζονται με επιθετικό τρόπο κοινωνικές διεκδικήσεις στο ελληνικό κράτος, ενάντια στην καταπίεση, τη ληστρική φορολογία, την απουσία Συντάγματος, τις καταχρήσεις της εξουσίας και την εξαθλίωση του λαού, αλλά και θρησκευτικά, που αντανακλούσαν σ’ έναν βαθμό τη λαϊκή καχυποψία απέναντι στους Βαυαρούς. Η εξέγερση ξεκινά απ’ τον παλιό οπλαρχηγό της επανάστασης Ασημάκη Σεργιόπουλο, ενώ οι δυνάμεις των εξεγερμένων περνούν από χωριό σε χωριό, καταλύοντας τις τοπικές αρχές και παίρνοντας με το μέρος τους οπλισμένους χωρικούς. Οι εξεγερμένοι μπαίνουν την νύχτα στα χωριά και κρύβονται σε σπίτια συμπαθούντων, ενώ την άλλη μέρα ενώνονται με τις δυνάμεις των οπλαρχηγών που καταλαμβάνουν τα χωριά και καταλύουν τις κρατικές αρχές, με την ίδια τακτική που θα επιστρατεύσουν στα 1877 στο Gallo και στα χωριά του Benevento στην Ιταλία οι αναρχικοί της “προπαγάνδας της πράξης” (Cafiero, Malatesta και λίγες δεκάδες ακόμα), πριν η φράση αυτή ταυτιστεί με τις απελπισμένες ατομικές πράξεις αντίδρασης που ακολούθησαν την καταστολή αυτού του κινήματος.

Την Κυριακή 29 Ιούλη, οι δυνάμεις του Γκρίζαλη μπαίνουν στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία), διοικητικό κέντρο της εποχής και απαγάγουν τον Νομάρχη, τον στρατιωτικό διοικητή και τον έφορο παίρνοντάς τους μαζί τους πίσω στα Σουλιμοχώρια. Στην Κυπαρισσία καταργούνται όλα τα κρατικά όργανα και αντικαθίστανται από μια αιρετή κι άμεσα ανακλητή επιτροπή. Το ίδιο σκηνικό αναφέρεται απ’ τον έπαρχο Ολυμπίας Λ. Κρεστενίτη για όλα τα χωριά της περιοχής.

Ο 83χρονος Μητρο-Πέτροβας καταλαμβάνουν με τον Τζαμαλή την Μεσσήνη που εγκαταλείπουν άρον-άρον οι κυβερνητικοί. Οι Πλαπουταίοι με τον Ζερμπίνη αφού ταπείνωσαν δυνάμεις της χωροφυλακής στον Αλφειό, μπαίνουν στην Ανδρίτσαινα και συλλαμβάνουν τον μοίραρχο, ενώ μετά από εξέγερση των γύρω χωριών, περνάει στα χέρια των επαναστατών και η Μεγαλόπολη. Η Ανδρούσα πέφτει χωρίς αντίσταση, και λεηλατείται η έπαυλη του τοπικού δικαστή. Στον Ασλαναγά, οι κάτοικοι διώχνουν τα κυβερνητικά στρατεύματα και υποδέχονται τους εξεγερμένους. Στο Δερβούνι, στρατιώτες που είχαν σταλεί να πολιορκήσουν το χωριό, στρέφονται ενάντια στους αξιωματικούς τους και περνούν με το μέρος των εξεγερμένων που καταφθάνουν από παντού.

Στις 4 Αυγούστου, οι κάτοικοι της Δημητσάνας παρακούν τις στρατιωτικές εντολές οχύρωσης της πόλης τους εναντίον των εξεγερμένων “που θα έρθουν και θα σας λεηλατήσουν το βιός” (τα μαγαζιά τότε δεν ήταν τόσο πολλά όσο εν έτει 2008) και κυνηγούν τους τοπικούς άρχοντες μέχρι την Τρίπολη.

Η Κυβέρνηση της αντιβασιλείας υπό την προεδρία του Κωλέττη κινήθηκε όμως αποτελεσματικά. Εξασφάλισε τα νώτα της, παραχωρώντας αμνηστεία στους Μανιάτες αντάρτες και προαγωγές στους Ρουμελιώτες, και απέλυσε τον Υπουργό Παιδείας Σχινά, που συγκέντρωνε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και είχε “στοχοποιηθεί” απ’ την προκήρυξη των επαναστατών. Ταυτόχρονα, πέρασε στην επίθεση, κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο στην Μεσσηνία και σε περιοχές της χώρας όπου εκδηλωνόταν συμπάθεια προς την εξέγερση, και οχύρωσε την Τρίπολη. Οι οπλαρχηγοί της εξέγερσης επικηρύχθηκαν με το εντυπωσιακό για την εποχή ποσό των 30.000 δραχμών (μιας και το γενικά καταχρεωμένο ελλ. κράτος αποδεικνύεται διαχρονικά γενναιόδωρο ως προς τις επικηρύξεις του), και οι 2.000 κυρίως Γερμανοί μισθοφόροι του σ/χη Σμαλτς που συμμετείχαν στην καταστολή των Μανιατών μαζί με κυβερνητικούς (παρακρατικούς θα λέγαμε σήμερα) Μανιάτες και πρώην επαναστατημένους που αυτομόλησαν τσάκισαν τις δυνάμεις των Μητροπέτροβα και Τζαμαλή στην μάχη του Ασλάναγά που πυρπολήθηκε απ’ τους Γερμανούς, και των υπολοίπων οπλαρχηγών έξω απ’ την Μεγαλόπολη, ενώ τις επόμενες μέρες ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων και αντιποίνων.

Οι Γκρίζαλης, Τζαμαλής και Μητρο-Πέτροβας καταδικάσθηκαν εις θάνατον σε έκτακτο στρατοδικείο στην Πύλο. Οι δυο πρώτοι εκτελέσθηκαν επί τόπου, ενώ η ποινή του τρίτου μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, λόγω γήρατος. Οι υπόλοιποι καταδικάσθηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Η κυβέρνηση απαγορεύει την ταφή του σώματος του Γκρίζαλη, προς αποφυγίν επεισοδίων. Αργότερα, ο Όθωνας θα στείλει μια καμπάνια για την εκκλησία του χωριού του για να εξευμενίσει τους κατοίκους.

Φαίνεται όμως πως η κοινωνική επανάσταση του 1834 άφησε τα ίχνη της στους αγώνες της περιοχής, ξεγυμνώνοντας για πάντα την εθνική μυθολογία που θέλει τη δημιουργία εθνικού κράτους, ευτυχή δικαίωση της επανάστασης του 1821. Την επόμενη χρονιά, οι κάτοικοι των χωριών της Μεγαλόπολης αρνήθηκαν να καταβάλουν φόρους κι έδιωξαν τους εφοριακούς. Στην Μεθώνη, βοσκοί επιτέθηκαν σε κυβερνητικούς και κατάφεραν να πιάσουν μάλιστα ομήρους και δυο στρατιώτες από απόσπασμα που στάλθηκε να τους συλλάβει. Άρνηση καταβολής φόρων κι επιθέσεις-απαλλοτριώσεις εφοριακών και συγκρούσεις με κυβερνητικά στρατεύματα είχαμε και την επόμενη χρονιά σε χωριά της περιοχής. Οι δυνάμεις του κράτους θα επιβληθούν ολοκληρωτικά, χρησιμοποιώντας την αποτυχημένη ανταρσία των οπλισμένων κατοίκων της περιοχής ως ακόμη ένα μέσο για την κοινωνική και οικονομική υποτίμησή τους, οδηγώντας ιστορικά πολλούς απ’ αυτούς στη φτώχεια και την μετανάστευση, στην μαύρη οικονομία κι άλλους, ακόμα χειρότερα, στο στρατό και τα σώματα ασφαλείας.

*
Τα περισσότερα στοιχεία μπορούν να βρεθούν και στις σελίδες των σχολείων Δωρίου(λινκ) και Ψαρίου (λινκ).

Για τις απόπειρες των Ιταλών αναρχικών, προτείνεται η ταινία των αδερφών Taviani: San Michele aveva un gallo

φωτο: πρακτορείο rioters

Λέσχη ‘Νδρεδικής Λογοτεχνίας

ndred(παπάκι)mail.com

rioter.info/2011/03/25/1834/

http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1276895


17 Μαρτίου 2011

Σαν σήμερα (17-3-1988) Εφυγε από τη ζωή ο Νικόλας Ασιμος...

Ο τραγουδοποιός Νικόλας Άσιμος γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949 στη Θεσσαλονίκη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος. Οι γονείς του ήταν από την Κοζάνη, όπου ο Νικόλας έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το σχολείο. Ως έφηβος, ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Διακρίθηκε στο άλμα εις ύψος, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στους μαθητικούς αγώνες σχολείων της Μακεδονίας το 1965, καθώς και στο ποδόσφαιρο. Μάλιστα, του έγινε επίσημη πρόταση από την ομάδα της Κοζάνης, αλλά τελικά η συμφωνία ναυάγησε.

Στα δεκαοχτώ του έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Αρχικός στόχος του ήταν να περάσει στο τμήμα δημοσιογραφίας, την οποία άσκησε ερασιτεχνικά παράλληλα με τις σπουδές του. Σε κάποιο άρθρο του σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Άσιμος κι έκτοτε το καθιέρωσε. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με το θέατρο. Έφτιαξε ένα φοιτητικό θεατρικό εργαστήρι, παίζοντας Αριστοφάνη, Μένανδρο, Μολιέρο.

Τότε αγόρασε και την πρώτη του κιθάρα. Σχεδόν από την Α' Γυμνασίου έγραφε στιχάκια και ποιήματα, αλλά ποτέ δεν είχε εκδηλώσει καμία έφεση προς τη μουσική. Αυτοδίδακτος μουσικός, άρχισε εμφανίσεις σε μικρές μπουάτ. Ανυπότακτος, αγνόησε όλες τις προειδοποιήσεις της λογοκρισίας για τα τραγούδια του και τα λεγόμενά του. Συνελήφθη και κρατήθηκε στην Ασφάλεια. Όταν τον άφησαν, η ταυτότητά του είχε χαθεί. Δεν έβγαλε άλλη, παρά μόνο 18 χρόνια αργότερα, οπότε κατάφερε να του εκδώσουν μία ταυτότητα στο όνομα Άσιμος, με τη «διευκρίνιση» στο σημείο του θρησκεύματος: Άνευ θρησκεύματος.

Το 1973, και χωρίς πτυχίο, κατέβηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα, σε συνεργασία με τραγουδιστές, ηθοποιούς και συνθέτες, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα κόντρα στο κατεστημένο: «5η εποχή», «11η εντολή», «Χνάρι», «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας», «Σούσουρο». Ανάμεσα στους τότε συνεργάτες του, πολλά και γνωστά ονόματα: Γκαϊφύλιας, Τραντάλης, Πανυπέρης, Φινίκης, Μουζακίτης, Σπυρόπουλος κ.α.

Το 1975 κυκλοφόρησε τα πρώτα του τραγούδια σ' ένα δισκάκι 45 στροφών (Ρωμιός- Μηχανισμός). Παράλληλα άρχισε την έκδοση «παράνομων» κασετών, που ηχογραφούσε και διακινούσε μόνος του στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στο Λυκαβηττό. Δημιούργησε την «Exarchia Square Band» και συμμετείχε σε συναυλίες, κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις, μουσικοθεατρικά σχήματα, θέατρο του δρόμου, διάφορα δρώμενα. Κατά καιρούς, συνεργάστηκε με πολλά σχήματα και καλλιτέχνες.

Το 1977 φυλακίστηκε για δύο μήνες, μαζί με άλλους πέντε εκδότες - συγγραφείς, με επίσημη κατηγορία: «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο». Το 1981 έγραψε το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» και το 1982 κυκλοφόρησε τον πρώτο του μεγάλο δίσκο, με τίτλο «Ξαναπές το», σε τέσσερα τραγούδια του οποίου συμμετείχαν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Χαρούλα Αλεξίου.

Περίπου ένα χρόνο αργότερα άνοιξε ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην οδό Καλλιδρομίου. Ήταν ο «Χώρος Προετοιμασίας» όπως το ονόμασε, αλλά και διαμονής, αφού αυτό ήταν και το σπίτι του. Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία, παιχνίδια για παιδιά, πρόχειρα κοσμήματα κατασκευής γνωστών του, κασέτες δικές του κυρίως, φωτιστικά, πήλινα, κάρτες παλιές και πολλά άλλα.

Το 1987 οδηγήθηκε βιαίως σε ψυχοθεραπευτική κλινική και λίγο αργότερα στις φυλακές Κορυδαλλού, με την κατηγορία του βιασμού. Αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση, αλλά δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη μεγάλη του πίκρα γι' αυτή την αβάσιμη κατηγορία, που δεν τεκμηριώθηκε ποτέ. Η εκκρεμούσα δίκη, μαζί με τ' άλλα προβλήματα που ήταν πολλά, συσσωρεύτηκαν μέσα του... Μετά από δύο ανεπιτυχείς απόπειρες αυτοκτονίας, στις 17 Μαρτίου του 1988 βρέθηκε κρεμασμένος στο σπίτι του.

Μετά θάνατον, κυκλοφόρησαν δύο ακόμη δίσκοι του: «Το φανάρι του Διογένη» με τη συμμετοχή της Σωτηρίας Λεονάρδου και το «Γιουσουρούμ - Στο φαλιμέντο του κόσμου», με τη συμμετοχή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

http://www.facebook.com/pages/%CE%9C%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1/141049942596090

15 Μαρτίου 2011

14/3/1821 Πρώτη επαναστατική δράση στην Πελοποννήσο

Όπως γράφει και ο φίλος που το ανάρτησε αν μια τέτοια επαναστατική ενέργεια γινόταν σήμερα θα ήταν "τρομοκρατική" αφού έχουμε "απελευθερωθεί"..

Πρώτος ο Νικόλαος Σολιώτης, αγνοώντας τις ατέρμονες συνελεύσεις των προεστών, μαζί με τον Αναγνώστη Κορδή και άλλους κλέφτες, στις 14 Μαρτίου 1821 έστησαν ενέδρα και χτύπησαν σε τοποθεσία κοντά στο Αγρίδι της Νωνάκριδος τρεις γυφτοχαρατζήδες και τρεις ταχυδρόμους που μετέφεραν επιστολές του καϊμακάμη Μεχμέτ Σελήχ στον Χουρσήτ πασά στα Ιωάννινα, κατόπιν παροτρύνσεως του Σωτήρη Χαραλάμπη.

Ακολούθησε στις 18 Μαρτίου 1821 η επίθεση του Χονδρογιάννη στην τοποθεσία Χελωνοσπηλιά της Κατσάνας (Λυκούρια), εναντίον του εισπράκτορα Λαλαίου Τουρκαλβανού Σεϊδή, που μετέφερε μαζί με τον καταγόμενο από τη Βυτίνα «Σαράφη» Νικόλαο Ταμπακόπουλο, χρεόγραφα από την Κερπινή Καλαβρύτων στην Τριπολιτσά.

Μετά τη Χελωνοσπηλιά καταγράφεται επίσης η εχθρική ενέργεια του Νικόλαου Σολιώτη και του Ανδρέα Πετιμεζά, κατά διαταγή του Ασημάκη Φωτήλα στο Λιβάρτζι, εναντίον δύο σπαχήδων από την Τριπολιτσά, των Τσιπουγλαίων. Ιδιαίτερης σημασίας κρίνεται η επίθεση εναντίον ανθρώπων του Τούρκου διοικητή των Καλαβρύτων Ιμπραήμ πασά Αρναούτογλου, που ανήσυχος από την κατάσταση ξεκίνησε με ολόκληρη τη φρουρά του για την Τριπολιτσά (μέσα Μαρτίου 1821). Στη θέση Παλιόπυργος όμως οι οικογένειες των Πετμεζαίων και Μαζαίων είχαν στήσει ενέδρα και σκότωσαν όλο το προσωπικό της μικρής προπομπής. Έντρομος ο Αρναούτογλου ματαίωσε το ταξίδι του και κλείστηκε μαζί με τους Τούρκους της περιοχής στους τρεις οχυρούς πύργους των Καλαβρύτων.

Τα γεγόνα των Καλαβρύτων γρήγορα έγιναν γνωστά και με γρήγορους ρυθμούς πλέον οι μεν Τούρκοι συγκεντρώνονταν από την ύπαιθρο στις πόλεις της Πελοποννήσου και κυρίως στην Τριπολιτσά, οι δε Έλληνες φρόντιζαν να ασφαλίσουν τις οικογένειές τους σε ορεινά κρησφύγετα ή εφόσον είχαν την δυνατότητα μακριά από την Πελοπόννησο.

Ο απολογισμός αυτής της πρώτης ουσιαστικής πολεμικής επιχείρησης των Ελλήνων, ήταν δύο Έλληνες νεκροί και τρεις τραυματίες, μεταξύ των οποίων και ο ηρωικός Σολιώτης. Στις 17 Μαρτίου, εορτή του Αγίου Αλεξίου «του ανθρώπου του Θεού» είχαν συγκεντρωθεί στην Αγία Λαύρα όλοι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, Κληρικοί και λαϊκοί προύχοντες και προεστοί δεν πήγαν στην Τρίπολη που τους κάλεσε ο καϊμακάμης με διαταγή του σουλτάνου (οι μόνοι που δεν πήγαν απ’ όλη την Πελοπόννησο ήσαν οι προεστοί των Καλαβρύτων), λόγω και της εορτής, οπότε ελήφθη η απόφαση κηρύξεως της Επαναστάσεως. Αν πήγαιναν και οι Καλαβρυτινοί στην Τριπολιτσά θα ήσαν και εκείνοι όμηροι και η επανάσταση δεν θα υφίστατο. Κατά βάση η ανυπακοή στην πρόσκληση του Τούρκου Διοικητού της Τριπολιτσάς από τους Καλαβρυτινούς ήταν η γενναία απόφαση περί κηρύξεως της Επαναστάσεως.

14 Φεβρουαρίου 2011

Γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις και Αριστερά

Πριν από κάποιο διάστημα πληροφορηθήκαμε ότι με αιφνιδιαστική απόφασή του ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου:

«ανακοίνωσε κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, ότι η ελληνική κυβέρνηση θα ασκήσει τη δυνατότητα παρέμβασης στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην εκκρεμή διαφορά Γερμανίας-Ιταλίας για καταβολή αποζημιώσεων λόγω τω...ν σφαγών και των καταστροφών κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής»

Συμπλήρωσε επίσης ότι:

«“Αντιλαμβανόμαστε όλοι την σοβαρότητα και σημασία αυτού του θέματος καθώς και τον ιδιαίτερο συμβολισμό του”.

“Τιμούμε εμπράκτως τη μνήμη όσων θυσιάστηκαν για την πατρίδα”».[1]

Όπως έχουμε επανειλημμένα γράψει, ο εθνικισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του κάθε τσαρλατάνου. Η κυβέρνηση των νεοφιλελεύθερων μισθοφόρων, της παραγραφής όλων των αδικημάτων που σχετίζονται με την καταλήστευση χρημάτων του δημοσίου (πρόσφατη είναι και η παραγραφή των αδικημάτων για το σκάνδαλο Βατοπεδίου) βρήκε ένα θέμα για να αποσπάσει τη συναίνεση της «κοινή γνώμης» και δυστυχώς και των κομμάτων της Αριστεράς:

«Ως θετικό γεγονός χαρακτήρισε το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς και επικεφαλής του «Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα» Μανόλης Γλέζος τη δήλωση του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου ότι η Ελλάδα θα παρέμβει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στη διένεξη μεταξύ Γερμανίας – Ιταλίας, που αφορά την καταβολή γερμανικών αποζημιώσεων στα θύματα του Διστόμου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής».

Σύμφωνα με τον Μ. Γλέζο οι γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις αγγίζουν αυτή τη στιγμή τα 162 δισεκατομμύρια ευρώ (χωρίς του τόκους!). Ο Αλέξης Τσίπρας δήλωσε μετά από συνάντηση με το «Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα»:

«Εδώ δεν τίθεται μια διαδικασία διαπάλης ανάμεσα στους Έλληνες και στους Γερμανούς, αλλά μια διαδικασία διεκδίκησης της δικαιοσύνης και της ηθικής απέναντι στις σημερινές κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ελλάδας, που κουκουλώνουν μια ιστορία που πράγματι είναι ιστορία πολλών χρόνων.


Πιστεύουμε ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις και η σημερινή κυβέρνηση αντί να δίνει κάτω από το τραπέζι εγγυήσεις για αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων σε αντάλλαγμα υποστήριξης από την πλευρά των Γερμανών στη δύσκολη οικονομική κατάσταση που βρισκόμαστε οφείλει με σθένος να υψώσει το ανάστημά της και να διεκδικήσει αυτά που μας χρωστάνε».

Το ΚΚΕ στο θέμα αυτό είναι ακόμα πιο επιθετικό υπέρ των «εθνικών δικαίων». Διαβάζουμε στο Ριζοσπάστη:

«Η κυβέρνηση έχει χρέος απέναντι στον ελληνικό λαό να διεκδικήσει τις πολεμικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο από τη Γερμανία. Ας αφήσει τα παιχνίδια εντυπώσεων και τα μυστικά παζάρια.


Πίσω από τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες κρύβεται ότι:

1) Η κυβέρνηση εγείρει αποσπασματικά μόνο το θέμα των αποζημιώσεων για τις θηριωδίες των ναζιστικών στρατευμάτων στο Δίστομο και «θάβει» συνειδητά το ζήτημα της επιστροφής του κατοχικού δανείου, τα ποσά που προκύπτουν από τη Διεθνή Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (1946), την επιστροφή των αρχαιολογικών θησαυρών κλπ. (αποζημιώσεις συνολικού ύψους 164 δισ. ευρώ χωρίς τους τόκους).

2) Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ήταν αυτή που το 2002 – με υπουργό Εξωτερικών το σημερινό πρωθυπουργό – απαγόρευσε με απόφαση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Μ. Σταθόπουλου την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου που βρίσκονται στην Ελλάδα».

Μετά από όλα αυτά είναι νομίζουμε αναγκαίο να θυμηθούμε ποιά ήταν ιστορικά η θέση της επαναστατικής μαρξιστικής Αριστεράς στο ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων. Να υπενθυμίσουμε τι συμβαίνει στην πράξη όταν υποχρεώνονται κράτη να πληρώσουν πολεμικές αποζημιώσεις. Και επιπλέον θα υπενθυμίσουμε εγκλήματα του ελληνικού καπιταλισμού -«Καλάβρυτα και Δίστομα» που διέπραξε το ελληνικό κράτος σε βάρος άλλων εθνοτήτων. Οι ίδιες φωνές που υπερασπίζονται το δικαίωμα του ελληνικού κράτους να διεκδικήσει πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία δεν επιδεικνύουν την ίδια ευαισθησία όσον αφορά τα δικαιώματα αποζημίωσης των θυμάτων του ελληνικού μιλιταρισμού.

Αριστερά και πολεμικές αποζημιώσεις

Τη θέση της επαναστατικής Αριστεράς στο θέμα την έχουν αναπτύξει θεωρητικά και πρακτικά ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

«Η δίκαιη η δημοκρατική ειρήνη, που τόσο διψάει γι’ αυτή στις εμπόλεμες χώρες η συντριπτική πλειοψηφία των εργατικών και εργαζομένων τάξεων που εξαντλήθηκαν, κατα­πονήθηκαν και βασανίστηκαν από τον πόλεμο, η ειρήνη που απαιτούν με τον πιο αποφασιστικό και τον πιο επίμονο τρόπο οι ρώσοι εργάτες κι αγρότες απ’ την ώρα πού ανέτρε­ψαν την τσαρική μοναρχία, η ειρήνη αυτή, δεν μπορεί — κατά την άποψη της κυβέρνησης — παρά να έρθει άμεσα, χωρίς προσαρτήσεις (δηλαδή χωρίς καταλήψεις ξένων εδα­φών, χωρίς υποδούλωση ξένων εθνοτήτων) και χωρίς πολεμι­κές αποζημιώσεις».

Παρά τις φοβερές καταστροφές που είχε υποστεί η Ρωσία στον πόλεμο, παρά την ταπεινωτική συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918) που υποχρεώθηκε να υπογράψει η κυβέρνηση των Μπολσεβίκων με τη Γερμανία,[8] όταν τελικά ηττήθηκε η Γερμανία οι μπολσεβίκοι έμειναν πιστοί στις αρχές τους. Κατήγγειλαν τη συνθήκη των Βερσαλλιών (1919) ως ληστρική και σε βάρος του γερμανικού λαού.

Ο λόγος ήταν απλός: Την ευθύνη για την έκρηξη του πολέμου την είχαν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές και όχι μόνον οι ηττημένοι. Τις αποζημιώσεις τις πληρώνει ο λαός και όχι οι καπιταλιστές. Ο Λένιν έγραφε:

«Με τη συνθήκη των Βερσαλλιών η Γερμανία δεν μπορεί να υπάρχει οικονομι­κά, αλλά και καμιά ηττημένη χώρα, […] δεν μπορεί να ζήσει με τους όρους που καθόρισε η συνθήκη των Βερσαλλιών.


Η ειρήνη των Βερσαλλιών δημιούργησε τέτοια κα­τάσταση που η Γερμανία δεν μπορεί να ονειρεύεται ανακωχή, να ονειρεύεται ότι δεν θα την λεηλατήσουν, δεν θα της αφαιρέσουν τα μέσα ύπαρξης, ότι ο πληθυσμός της δεν θα καταδικαστεί στην πείνα και στο μαρασμό».

Ο Eric Hobsbawm γράφει για τις τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις που υποχρεώθηκε η Γερμανία να πληρώσει:

«Στη διάσκεψη ειρήνης των Βερσαλλιών (1919) επιβλήθηκαν στη Γερμανία “ως επανορθώσεις” τε­ράστια αλλά απροσδιόριστα ποσά, τα οποία έπρεπε να πληρώσει για το κόστος του πολέμου και τις ζημίες που προκάλεσε στις νικήτριες δυνά­μεις. Για να δικαιωθεί αυτή η απόφαση, στη συνθήκη ειρήνης περιλή­φθηκε επίσης μια ρήτρα που θεωρούσε τη Γερμανία ως τη μόνη υπεύθυ­νη για τον πόλεμο (η αποκαλούμενη ρήτρα της «ενοχής του πολέμου»), η οποία και ιστορικά αμφίβολη ήταν και αποδείχτηκε ότι αποτέλεσε δώ­ρο στο γερμανικό εθνικισμό.


Το 1921 το ποσό καθορίστηκε σε 132 δις χρυσά μάρκα, δηλαδή 33 δις δολάρια τότε, που καθένας γνώριζε πως ήταν απλώς καθαρή φαντα­σίωση. […] ισοδυναμούσαν με μιάμιση φορά το εθνικό εισόδημα της χώρας [της Γερμανίας] το 1929».

Το ότι η συνθήκη αποτέλεσε «δώ­ρο στο γερμανικό εθνικισμό» είναι απολύτως ακριβές. Διευκόλυνε τη μαζικοποίηση του ναζιστικού κόμματος, δίνοντας ιδεολογικά επιχειρήματα στο ναζιστικό εθνικισμό. Η παραχώρηση εδαφών στην Πολωνία (ο «Πολωνικός Διάδρομος» που χώριζε την Ανα­τολική Πρωσία από την υπόλοιπη Γερμανία) αποτέλεσε το πρόσχημα για το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Η αρπαχτικότατα των νικητριών δυνάμεων έναντι της Γερμανίας βρισκόταν σε ευθεία αντίθεση με τις μπολσεβίκικες θέσεις ενάντια στην ειρήνη των Βερσαλλιών, εναντίον των προσαρτήσεων και αποζημιώσεων που στραγγάλιζαν οικονομικά τον γερμανικό λαό. Αυτό έδινε το δικαίωμα στον Λένιν να ισχυρίζεται:

«Είναι αυτονόητο ότι η Γερμανία ένα μόνο μέσο έχει για να επιζήσει, και αυτό είναι η συμμαχία με τη Σοβιετική Ρωσία προς την οποία στρέφει τα βλέμματα της».

Αυτή η στάση της μπολσεβίκικης ΕΣΣΔ εκτιμήθηκε από τη γερμανική εργατική τάξη και συνέβαλλε αποφασιστικά ώστε το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το KPD, να γίνει το μεγαλύτερο ΚΚ του κόσμου. Μέχρι το 1923 η επιρροή των κομμουνιστών αυξανόταν σε τέτοιο βαθμό που η δυνατότητα προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία φάνταζε δυνατή. Στα μετέπειτα χρόνια η επιρροή του KPD συνέχιζε να μεγαλώνει. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1932 το κόμμα απέσπασε το 16,9% των ψήφων.

Σταλινική Ρωσία και αποζημιώσεις

Η σταλινική Ρωσία όχι μόνο εγκατέλειψε τις αρχές του μπολσεβικισμού στο θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων αλλά και ζήτησε τερατώδεις αποζημιώσεις όχι μόνο από τη Γερμανία αλλά και από την Ρουμανία και την Ουγγαρία!

Η Ρωσική κυβέρνηση απαίτησε πολεμικές αποζημιώσεις ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων (αστρονομικό ποσό για την εποχή) από τη Γερμανία. Η οικονομία της ανατολικής Γερμανίας λεηλατήθηκε με δυο τρόπους: ο ένας τρόπος ήταν μέχρι το 1946 -οι Ρώσοι γραφειοκράτες διέλυαν ολόκληρα εργοστάσια και τα μετέφεραν στη Ρωσία. Ο άλλος τρόπος, μέχρι το 1954, ήταν η δημιουργία Ρωσικών εταιρειών (γνωστών ως sags) που απέκτησαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα σχεδόν σε ολόκληρη τη βαριά βιομηχανία της ανατολικής Γερμανίας.

Η Ρουμανία υποχρεώθηκε σε τερατώδεις αποζημιώσεις από το ρώσικο κρατικό καπιταλισμό. Υπολογίζεται ότι περίπου δυο δισεκατομμύρια δολάρια ήταν το τίμημα των πολεμικών αποζημιώσεων που πλήρωσε η Ρουμανία στη Ρωσία την περίοδο 1944-48 (αποτελούσαν το 84% του εθνικού εισοδήματος της Ρουμανίας εκείνης της περιόδου). Στις αποζημιώσεις συμπεριλαμβάνονταν ολόκληρος ο πολεμικός στόλος της Ρουμανίας, τα περισσότερα εμπορικά πλοία, ο μισός σιδηροδρομικός εξοπλισμός, ένα μεγάλο μέρος του εξοπλισμού της βιομηχανίας πετρελαίου.

Η Ουγγαρία επίσης πλήρωσε στη Ρωσία πολεμικές αποζημιώσεις. Στα 1948 το 25,4% του κρατικού προϋπολογισμού κατευθύνονταν προς τις ρωσικές αποζημιώσεις, το 1949 αντιστοιχούσαν στο 9,8%.

Ακόμα και χώρες που δεν είχαν συμμαχήσει με τη ναζιστική Γερμανία δεν κατάφεραν να αποφύγουν τη ρωσική λεηλασία. Από την Τσεχοσλοβακία μεταφέρθηκαν στη Ρωσία 60 βιομηχανικές επιχειρήσεις. Το 25-30% των επιχειρήσεων στο γερμανικό κομμάτι που προσαρτήθηκε στην Πολωνία μεταφέρθηκαν στη Ρωσία.

Το τίμημα των πολεμικών αποζημιώσεων που απαίτησε η Ρωσία ήταν τρομακτικό για τους λαούς της ανατολικής Ευρώπης. Στα δεινά του πολέμου και των καταστροφών που είχε προκαλέσει προστέθηκαν οι πολεμικές αποζημιώσεις. Ο Ερυθρός Σταυρός της εποχής αναφέρει για τη Ρουμανία:

«Είναι δύσκολο να μεταφέρει κάποιος τη δυστυχία που υποφέρει ο ρουμανικός πληθυσμός στα 1947. Ο λιμός κυριαρχεί σε ολόκληρα τμήματα της χώρας, σε κάποιες περιοχές οι άνθρωποι τρέφονται με χορτάρι, φλοιούς από δένδρα και ακόμα με πηλό… η βρεφική θνησιμότητα φτάνει το 80%».

Αυτοί που επίσης πλήρωσαν πανάκριβα την εκδικητική μανία του νικηφόρου σταλινισμού ήταν οι γερμανικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν σε περιοχές της ανατολικής Ευρώπης και οι οποίες προσαρτήθηκαν στις νέες χώρες του κρατικού καπιταλισμού. Κάπου δεκατρία εκατομμύρια Γερμανών απελάθηκαν από εδάφη της Γερμανίας που προσαρτήθηκαν από τις Πολωνία, Ρωσία, Τσεχοσλοβακία και από εδάφη της ανατολικής Ευρώπης όπου ήταν εγκατεστημένοι επί αιώνες. Και όχι μόνο οι Γερμανοί, αλλά ακόμα και οι Ουκρανοί έπεσαν θύματα του σταλινισμού:

«Η δήμευση γερμανικών περιουσιών πήρε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις στην Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία. Μεγάλα κτήματα και χιλιάδες αστικά ακίνητα εγκαταλείφθηκαν και έγιναν διαθέσιμα για μετεγκατάσταση, μέτρο με το οποίο οι κυβερνήσεις εξαγόραζαν τη λαϊκή υποστήριξη, καθώς απευθύνο­νταν τόσο στο εθνικιστικό αίσθημα όσο και στο οικονομικό συμφέρον. Μερι­κές φορές η έξωση των Γερμανών αποτελούσε μέρος ενός πιο συντονισμένου σχεδίου για το ξερίζωμα των μειονοτήτων από τη χώρα. Μετά τους σκληρούς αγώνες αλληλοεξόντωσης των χρόνων του Μεσοπολέμου και της γερμανικής κατοχής, οι Πολωνοί εκδικήθηκαν επίσης την πολυάριθμη ουκρανική μειονό­τητα, εξαναγκάζοντας 480.000 να φύγουν προς τη Σοβιετική Ένωση• το 1947, γύρω στους 150.000, που είχαν γλιτώσει από τις προηγούμενες εκτοπίσεις, μετεγκαταστάθηκαν δια της βίας στα δυτικά της χώρας».

Να λοιπόν τι συμβαίνει όταν κυριαρχούν οι ιδέες των αποζημιώσεων και των προσαρτήσεων μετά από έναν πόλεμο. Το τίμημα τελικά το πληρώνουν οι εργαζόμενοι ενώ τα εθνικά μίση αυξάνουν κατακόρυφα…

Ο γερμανικός λαός πλήρωσε πανάκριβα τη ναζιστική περίοδο. Χρόνια πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου οι πρώτοι που υπέφεραν από το ναζισμό ήσαν οι Γερμανοί εργαζόμενοι. Περισσότεροι από 800.000 Γερμανοί σοσιαλιστές, κομμουνιστές, συνδικαλιστές και άλλοι στοιβάχτηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποτελώντας τους πρώτους κρατούμενους προς εξόντωση. Μετά τον πόλεμο και την ήττα της Γερμανίας η ληστρική συμπεριφορά των νικητών οδήγησε στο ξεζούμισμα των γερμανών εργαζομένων. Η νέα μεταπολεμική Γερμανία αναδημιουργήθηκε από τον ιδρώτα και το αίμα των εργαζομένων της. Δεν είναι δυνατόν από αυτούς να τους ζητηθεί, σχεδόν εβδομήντα χρόνια αργότερα, να πληρώσουν για δεύτερη φορά. Και μάλιστα ποιους; Τους Έλληνες καπιταλιστές!

Θα πρέπει να πληρώσει και η Ελλάδα πολεμικές αποζημιώσεις;

Η υποκρισία όσων είναι λαλίστατοι και κραυγάζουν για πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία στην Ελλάδα υπογραμμίζεται από το εξής γεγονός:

Δεν επιδεικνύουν την ίδια ευαισθησία για τα θύματα του ελληνικού καπιταλισμού, για τα Καλάβρυτα και τα Δίστομα που δημιούργησε ο ελληνικός μιλιταρισμός. Καμιά καπιταλιστική χώρα δεν είναι αθώα εγκλημάτων κατά άμαχου πληθυσμού, και φυσικά, ούτε η Ελλάδα.

Ας θυμηθούμε ορισμένα από τα εγκλήματα του ελληνικού καπιταλισμού. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13 είναι διάσπαρτοι από εγκλήματα του ελληνικού στρατού. Μαρτυρίες για σφαγές του είδους του Διστόμου και των Καλαβρύτων από τον ελληνικό στρατό υπάρχουν σε επι­στολή της Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης προς το Διεθνές Σοσιαλιστικό Γρα­φείο της 3ης Αυγούστου 1913:

«Κατά την είσοδο του ελληνικού στρατού στο Κιλκίς, οι προφυλακές κατέσφαξαν μουσουλμάνους για να παρουσιάσουν τη σφαγή ως βουλγαρική βαρβαρότητα και να εξάψουν τον πατριωτισμό των ανδρών, ώστε να συγχωρεθεί η ολοσχε­ρής καταστροφή της πόλης του Κιλκίς, όλων των γύρω χωριών και η σφαγή του βουλγαρικού πληθυσμού. Αυτές οι βαρβαρότητες δεν ήταν οι μόνες και ε­παναλήφθηκαν με πολλούς τρόπους σε πολλά μέρη. Είμαστε σε θέση να βε­βαιώσουμε ότι δε θα γίνει γνωστό ποτέ με πλήρη και αμερόληπτο τρόπο το μέγεθος των βαναυσοτήτων που διαπράχθηκαν σ’ αυτόν το φρικτό πόλεμο, εις βάρος των ειρηνικών πληθυσμών των Βαλκανίων χωρίς καμιά διάκριση. Αυτή η άγνοια οφείλεται στην απουσία ανταποκριτών των σοσιαλιστικών ε­φημερίδων στα πεδία των μαχών».

Ο Λέον Τρότσκι καταγράφει τις ανελέητες σφαγές αμάχων ως πολεμικός ανταποκριτής στους Βαλκανικούς Πολέμους:

«[…] Και οι Έλληνες δρούσαν παρομοίως. Τη μικρή πόλη Σόροβιτς [το σημερινό Αμύνταιο] για παράδειγμα, την αφανίσανε τελείως και τώρα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βέβαια, οι Έλληνες λένε πως την έκαψαν οι Τούρκοι. Όμως στο Σόροβιτς, εκτός από τα σπίτια καταστράφηκαν και τα τζαμιά -κτίρια ιερά για τους Τούρκους- κι αυτό είναι σίγουρη ένδειξη.


Σε όλες αυτές τις περιοχές μαινόταν ένας τρομακτικός κυκλώνας που ξερίζωσε, γκρέμισε, κατακρεούργησε, μετέτρεψε σε στάχτες οτιδήποτε δημιούργησε η ανθρώπινη εργασία, σακάτεψε και αφάνισε τον ίδιο τον άνθρωπο και γονάτισε θανάσιμα τη νέα γενιά, ως και τα παιδιά που θήλαζαν, ως και τα έμβρυα στις μή­τρες των μανάδων τους. Οι Τούρκοι καίγανε και μακελεύανε κα­θώς έφευγαν. Οι ντόπιοι χριστιανοί, όταν βρήκαν την ευκαιρία, καίγανε και σφάζανε καθώς πλησίαζαν οι συμμαχικοί στρατοί. Οι στρατιώτες αποτελειώνανε τους τραυματίες κι άρπαζαν ό,τι έβρι­σκαν μπροστά τους. Οι αντάρτες που ακολουθούσαν κατά πόδας λεηλατούσαν, βιάζανε, καίγανε.


Το να μιλάς για την “απε­λευθέρωση” μιας Μακεδονίας ερημωμένης, λεηλατημένης, ρημαγ­μένης από την αρρώστια απ’ άκρη σε άκρη, πάει να πει πως είτε περιγελάς την πραγματικότητα, είτε ότι γίνεσαι ο ίδιος περίγελος. Μπροστά στα μάτια μας, μια καταπληκτική χερσόνησος, πλου­σιοπάροχα προικισμένη από τη φύση, […] εκσφενδονίζεται διά πυ­ρός και σιδήρου πίσω στο σκοτάδι της πείνας και της βαρβαρότη­τας. Όλα όσα συσσώρευσε ο πολιτισμός χάνονται, η εργασία πα­τεράδων, παππούδων και προπαππούδων γίνεται σκόνη, οι πό­λεις ερημώνουν, τα χωριά παραδίδονται στις φλόγες και δε φαί­νεται τέρμα σ’ αυτήν τη φρενίτιδα καταστροφής… Απέναντι σε τέτοιες επανόδους στη βαρβαρότητα είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως η λέξη «άνθρωπος» είναι μια αξιοπρεπής λέξη».[19]

Και στις μετέπειτα δεκαετίες το ελληνικό κράτος διέπραξε εγκλήματα εθνοκάθαρσης και διώξεων εναντίον εθνικών μειονοτήτων:

«Ο επίσημος ιστορικός του Μακεδονικού στην Ελλάδα, Ευάγγελος Κωφός, υπολογίζει σε 25.000 περίπου τους σλαβόφωνους Μακεδόνες που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα πριν από το ξέσπασμα του Εμφυλίου […]. Περισσότερο γλαφυρές είναι φυσικά οι περιγραφές της επο­χής, ιδίως εκείνες που συναντά κανείς στην αλληλογραφία των τότε εθνικοφρό­νων. “Δεν ξεύρω εάν είναι διαταγή της Κυβερνήσεως ή είναι πρωτοβουλία ο­ρισμένων τοπικών παραγόντων”, γράφει λ.χ. στον Δραγούμη από τα Γιαννιτσά ο Ι. Ζωγράφος τον Μάιο του 1945. “Οι Βουλγαρόφωνοι σχεδόν ευρίσκονται εν διωγμώ. Και όσον αφορά μεν τους εκδηλωθέντας ως Βουλγάρους έχει καλώς, διότι πραγματικώς αυτοί είναι άξιοι πάσης τιμωρίας. [...] Το κακόν όμως είναι ότι ο διωγμός στρέφεται αδιακρίτως και εις τους Μακεδονομάχους και εις πάντα Έλληνα Βουλγαρόφωνον, ο οποίος διέπεται υπό Ελληνικωτάτων αισθη­μάτων και έχει εις το ενεργητικόν του πατριωτικήν δράσιν εις το παρελθόν. Επικρατεί δυστυχώς μια τακτική ‘Πας μη Έλλην βάρβαρος’, δηλαδή ‘πας βουλγαρόφωνος εστί Βούλγαρος’”. Ο αντίκτυπος του πογκρόμ φτάνει μέχρι τη συμπρωτεύουσα: “Εδώ στη Θεσσαλονίκη συνεχώς κατεβάζουν από τα χωριά της Φλωρίνης, Καστοριάς και Εδέσσης. Αφού τους δείρουν ανηλεώς, τους κα­τεβάζουν, τους δικάζουν και τους καταδικάζουν”, διαβάζουμε σε μιαν άλλη επιστολή, ο συντάκτης της οποίας διατυπώνει την άποψη πως “ήταν τεράστιο σφάλμα να διωχθούν σε τέτοια μεγάλη κλίμακα οι σλαυόφωνοί μας”».

Αλλά δεν ήσαν μόνον οι Βούλγαροι ή οι Μακεδόνες που υπέφεραν από το ελληνικό κράτος και παρακράτος στο τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου:

«[…] στην ελληνική Δεξιά, οι εθνικιστές αντάρτες σκότωσαν εκατοντάδες Τσάμηδες (αλβανόφωνους μουσουλμάνους) και οδήγη­σαν τους υπόλοιπους 15.000 στην Αλβανία, με την αιτιολογία ότι είχαν βοηθή­σει τον Άξονα».

Ο κατάλογος των εγκλημάτων του ελληνικού κράτους είναι μακρύς. Πρόσφατος είναι ο οικονομικός αποκλεισμός που επέβαλε η Ελλάδα στη Δημοκρατία της Μακεδονίας τη δεκαετία του 1990. Χιλιάδες άνθρωποι αυτής της χώρας καταστράφηκαν οικονομικά, πείνασαν, κάποιοι ενδεχομένως και να πέθαναν. Δεν δικαιούνται και αυτοί αποζημίωσης από το ελληνικό κράτος με την ίδια λογική όσων απαιτούν γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις;

Και, ασφαλώς, υπάρχουν οι πολεμικές εμπλοκές ελληνικού στρατού σε χώρες όπως Κορέα, Κόσσοβο, Αφγανιστάν, τις οποίες η συνδυασμένη ιμπεριαλιστική επέμβαση του δυτικού ιμπεριαλισμού τις έχει κυριολεκτικά ρημάξει. Και επιπλέον, η παραχώρηση βάσεων και διευκολύνσεων από το ελληνικό κράτος για τους βομβαρδισμούς χωρών από ΗΠΑ και ΝΑΤΟ που κυριολεκτικά ισοπέδωσαν πόλεις και υποδομές ολόκληρων χωρών (για παράδειγμα της Σερβίας τη δεκαετία του 1990). Δικαιούνται αυτές οι χώρες να ζητήσουν αποζημιώσεις από το ελληνικό δημόσιο; Γιατί όχι;

Όχι στον εθνικισμό -Διεθνισμός!

Η Αριστερά δεν μπορεί να θέτει ζητήματα πολεμικών αποζημιώσεων. Όχι γιατί τα κράτη δεν διαπράττουν εγκλήματα -το εντελώς αντίθετο. Τα εθνικά κράτη αναδύθηκαν ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, δεν είναι προαιώνιες οντότητες όπως διατείνονται οι δεξιοί και ακροδεξιοί. Πριν την ανάπτυξη του καπιταλισμού σε καμιά περιοχή του πλανήτη δεν υφίστατο η έννοια του έθνους. Υπήρχαν κρατικές δομές είτε με την μορφή της πόλης-κράτους είτε πολυεθνικών αυτοκρατοριών. Η ανάγκη της δημιουργίας εθνικού κράτους προέκυψε από την ανάγκη της αστικής τάξης να ενοποιήσει τον εσωτερικό χώρο της επικράτειας της σε μια ενιαία εσωτερική αγορά, όπου δεν θα υφίστανται οικονομικοί περιορισμοί στη διακίνηση του κεφαλαίου. Η ενιαία γλώσσα (που δεν υπήρχε μέχρι τότε) και αντίστοιχα η εθνική ιδεολογία αναπτύχθηκαν τόσο για τις ανάγκες της οικονομίας όσο και για την ιδεολογική και πολιτική ενότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών που σπαράσσονταν από ταξικές αντιθέσεις. Ο καπιταλισμός ιστορικά διαμορφώθηκε σε μια ποικιλία ανταγωνιζόμενων εθνικών κρατών που επεδίωκαν τη μεγέθυνση του «ζωτικού χώρου» τους και έτσι η εθνική μυθολογία αναπτύχθηκε για τις ανάγκες ενός οικονομικού ανταγωνισμού που διαρκώς μετατρεπόταν σε ανταγωνισμό μεταξύ κρατών που οδηγούσε σε πολέμους.

Αναπόφευκτο αποτέλεσμα των εθνικών ιδεολογιών που επεκτάθηκαν και εμπεδώθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη στη διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα ήταν το εθνικό μίσος προς άλλες εθνότητες, κυρίως προς γειτονικές χώρες. Από την εποχή του ώριμου καπιταλισμού τα εγκλήματα κατά των αλλοεθνών βρέθηκαν στην ημερήσια διάταξη. Δεν υπάρχει έθνος-κράτος που να μην έχει διαπράξει εγκλήματα του είδους των Καλαβρύτων ή του Διστόμου.

Η άρνηση της επαναστατικής Αριστεράς να συναινέσει σε πολεμικές αποζημιώσεις προέρχεται από απλούς μεν, αλλά ισχυρούς πολιτικούς λόγους:

Πρώτον, τις πολεμικές αποζημιώσεις τις πληρώνουν οι λαοί του ηττημένου κράτους όχι η άρχουσα τάξη. Θεωρώ ότι η ιστορική εμπειρία που αναφέρθηκε προηγουμένως στο άρθρο είναι επαρκής όσον αφορά αυτό το σημείο.

Δεύτερον, η εργατική τάξη δεν έχει κανένα άλλο όπλο στη διάθεσή της πέραν του διεθνισμού για να αντιμετωπίσει τη δύναμη των καπιταλιστών που δεν βρίσκεται μόνο στο εσωτερικό αλλά και στη διεθνή διαπλοκή του κεφαλαίου. Είναι διεθνιστικό καθήκον της Αριστεράς να παλεύει ενάντια στις πολεμικές αποζημιώσεις και να αποκαλύπτει τα εγκλήματα της «δικής μας» αστικής τάξης ενάντια σε άλλες εθνότητες. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να οικοδομηθεί η αναγκαία εμπιστοσύνη και ενότητα της παγκόσμιας εργατικής τάξης απέναντι στην ισχύ ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Τρίτον, οι πολεμικές αποζημιώσεις ενισχύουν το αστικό στρατόπεδο στο εσωτερικό της χώρας που πληρώνει πολεμικές αποζημιώσεις αλλά και της χώρας που τις δέχεται. Ο πληθυσμός τη χώρας που πληρώνει συσπειρώνεται με το «κράτος του» ως αυτό που μπορεί (ή τουλάχιστον προσπαθεί) να τον προστατεύσει από «άπληστους εχθρούς του έθνους». Ο πληθυσμός που δέχεται τις πολεμικές αποζημιώσεις τις δέχεται ως «εθνική επιτυχία» της κυβέρνησής του.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέλεξε να ανακινήσει το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων αυτή τη χρονική περίοδο αποκαλύπτει τις πραγματικές της προθέσεις. Μια κυβέρνηση που εξαπάτησε τους ψηφοφόρους της και λέει διαρκώς ψέματα, έχει αναγάγει την πολιτική εξαπάτησης σε σανίδα σωτηρίας για την ίδια. Μη έχοντας να προσφέρει παρά μόνο περικοπές και διαρκή συμπίεση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, καταφεύγει στα «εθνικά θέματα» για να αναστυλώσει το προφίλ της, να βρει στηρίγματα στο εσωτερικό της χώρας για την άγρια ταξική πολιτική της. Ο πρωθυπουργός βρίσκεται τον περισσότερο χρόνο στο εξωτερικό υποδυόμενος τον ρόλο του «εθνικού σωτήρα»: «οργώνει το εξωτερικό» για να «διασώσει τη χώρα και να αναστηλώσει το κύρος της». Στενές σχέσεις αναπτύσσονται με τη νεοφασίζουσα κυβέρνηση του Ισραήλ στο όνομα των «εθνικών συμφερόντων» και του ανταγωνισμού με την Τουρκία. Η ανακίνηση των γερμανικών αποζημιώσεων εντάσσεται στην ίδια στρατηγική. Ακόμα και ο μεγαλοκαπιταλιστής τραμπούκος Θεόδωρος Πάγκαλος βρήκε την ευκαιρία με το θέμα αυτό να αποσπάσει την προσοχή από τις άθλιες, αισχρές δηλώσεις του για τους εργαζόμενους.

Κάνουν λάθος όσοι, ενδεχομένως, θεωρούν ότι πρόκειται για «απέλπιδες προσπάθειες» της κυβέρνησης να ρεφάρει με «εθνικά ζητήματα» την εσωτερική πολιτική της. Η καταφυγή στην εθνική αλητεία είναι μια δοκιμασμένη συνταγή στο χρόνο για τους πολιτικούς διαχειριστές του συστήματος. Όσο η Αριστερά αντιμετωπίζει τις «εθνικές πρωτοβουλίες» της κυβέρνησης με αμηχανία, ακόμα χειρότερα, με θετικό τρόπο, τόσο περισσότερο θα δίνεται χώρος και χρόνος στην κυβέρνηση να παγιώνει τον ταξικό συσχετισμό υπέρ των συμφερόντων του κεφαλαίου.
του Άγγελου Καλοδούκα

http://www.aformi.gr/2011/02/%CE%B3%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%BA/#comments

22 Ιανουαρίου 2011

Οι Άνθρωποι Που Κύκλωσαν Το Άλφα, ντοκιμαντέρ

Το ντοκιμαντέρ αυτό αποτελεί μια συνοδευτική προσπάθεια του βιβλίου «Οι Άνθρωποι που Κύκλωσαν το Άλφα», το οποίο έχει στόχο την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης της αναρχικής αντίστασης στη φρανκική δικτατορία. Το χρονικό διάστημα που καλύφθηκε εδώ πέρα -απ' το 1939 ως το 1963- δεν εξιστορήθηκε πλήρως, αλλά περιορίστηκε στο υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τις επαφές μας, στην προσπάθεια μας να συλλέξουμε στοιχεία για το βιβλίο...

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ και το βιβλίο, επισκεφτείτε το σάιτ του δημιουργού:
alfa.espiv.net/

Παραγωγή:Λέσχη Των Ισοπεδωτών http://www.youtube.com/user/isopedotes http://eleftheriakos.blogspot.com/,http://isopedotes.blogspot.com/

ακολουθεί το ντοκιμαντέρ  σε 7 μέρη

1.


2.


3.


4.


5.


6.


7.

Αρχειο αναρτησεων

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...